
Από την Καλαμαριά ως το Ντεπώ
Πάνε πολλά χρόνια που γνώρισα τον άνδρα που καθημερινά περπατούσε από την Καλαμαριά μέχρι το Ντεπώ. Βέβαια τότε, αρχές της δεκαετίας του ’80 το περπάτημα δεν ήταν της μόδας όπως σήμερα, αν κάποιοι περπατούσαν το έκαναν γιατί ήταν μάλλον αναγκαίο, εκείνος όμως αποτελούσε εξαίρεση.
Με την αδελφή μου τον κοροϊδεύαμε πίσω από την πλάτη του, νέος είσαι πάντα ανελέητος, κολλώντας του το προσωνύμιο «Volare», γιατί όταν μας έβλεπε έλεγε πως δυστυχώς ανήκουμε σε μια γενιά που δεν θα ξέρει πως να ζήσει τη ζωή της σε αντίθεση με τη δική του που δεν μπορούσε να σηκώσει το κεφάλι από τα πάρτι και από τα βερμούτ. Γνώριζα κάπως τη ζωή του και ήξερα πολύ καλά ότι μόνο πάρτι δεν ήταν, του άρεσε όμως να τα λέει. Πολλές φορές αναρωτήθηκα τι γύρευε κάθε απόγευμα στο Ντεπώ, πού αποσκοπούσαν όλα αυτά τα πήγαινε – έλα από τη μια γειτονιά στην άλλη, χτισμένες η μια δίπλα στην άλλη, αλλά και τόσο διαφορετικές στο αποτύπωμά τους κι αυτό μέχρι και σήμερα, που είναι πλέον φανερό πως αυτά που τις ενώνουν είναι περισσότερα από αυτά που τις χωρίζουν.

Πράγματι από την παλιά καμπάνα του Καρς που δέσποζε κάποτε στη μητρόπολη της Καλαμαριάς, τη Μεταμόρφωση του Σωτήρα και τη στυφή γεύση της προσφυγιάς με την οποία είχε αμετάκλητα δεθεί, ως την έπαυλη των Αλλατίνι και το αρχοντικό των Φερνάντεζ μεσολαβούσαν στρώματα συγκλονιστικής ιστορίας και αμέτρητα περιστατικά μικροϊστορίας τα οποία η πόλη σήμερα λαίμαργα αναζητά.
Ακόμη κι αν ο Volare δεν γνώριζε καθόλου τις λεπτομέρειες και είχε απλώς ακουστά τα όσα λέγονταν δεξιά κι αριστερά, αφήνοντας και μόνο πίσω του τις αλάνες της Καλαμαριάς, το προσφυγικό διώροφο, το ποδόμακτρο (το σίδερο για τις λάσπες έξω από την εξώπορτα), την τσιμεντένια αυλή για να βρει ό,τι είχε απομείνει από την αλλοτινή συνοικία των εξοχών, έστω και μέσα στην παρακμή της εποχής, το Ντεπώ θα πρέπει να έμοιαζε ένας εξωφρενικά κοσμοπολίτικος προορισμός.

Πολύ συχνά περπατώ στα βήματά του ακολουθώντας την ίδια διαδρομή, έχοντας γεννηθεί και μεγαλώσει και εγώ στην ίδια προσφυγική συνοικία. Η Καλαμαριά πάντα μου φαίνονταν πιο στεγνή σε σχέση με το Ντεπώ όπου αν κανείς έψαχνε επιμελώς θα μπορούσε να βρει ως σήμερα τα ίχνη μιας ζωής μεθυστικής, άγνωστης στους περισσότερους.
Θα μπορούσε να βρει κι άλλα διασχίζοντας τη γέφυρα που ενώνει τις δυο συνοικίες, δηλαδή την οδό Τάκη Οικονομίδη που άθελά της παίζει αυτόν τον ρόλο, για να εντοπίσει μετά από λίγο έναν οικισμό που κρατά κάτι από τον χαρακτήρα του, τη γνωστή τούβλινη έπαυλη που φυλακίστηκε κάποτε ένας σουλτάνος στο λυκόφως της αυτοκρατορίας, τη ρημαγμένη πλέον αφετηρία της θρυλικής παραλιακής γραμμής των τραμ, τον θόρυβο που άφησε πίσω του ένας μεγάλος έρωτας και οδυνηρές μνήμες του Ολοκαυτώματος στο οποίο η πόλη πλήρωσε αδιανόητα υψηλό τίμημα.
Περπατώντας από την Καλαμαριά ως το Ντεπώ, τότε αλλά και τώρα, σηκώνεις ένα κομμάτι ιστορίας, βαρύ και σύνθετο, αποκαλυπτικό της ταυτότητας της Θεσσαλονίκης κι ας βρίσκονται οι δυο περιοχές έξω από τα τείχη, μακριά από το κέντρο. Τα βήματά σου ακόμη κι αν δεν το θέλεις και επιθυμείς μια ζωή πιο ελαφριά, μπλέκονται με την ιστορία, μπλέκονται του Volare με τα δικά μου και τα δικά μου με τα δικά σας και όλων μας με εκείνα των Αλλατίνι, των Φερνάντεζ, του Αριγκόνι, του Ποζέλι και των σύγχρονών τους, εκείνων που κατοίκησαν τα αρχοντικά και των άλλων που εργαστήκαν, των ανθρώπων που πήραν το τραμ και περπάτησαν στους δρόμους, των ανθρώπων που έκαναν την πόλη αυτό που είναι, χαρίζοντάς της μύθους, θρύλους, το διακριτό της αποτύπωμα στον κόσμο.
Καμιά φορά φωτογραφίζω σε αυτές τις διαδρομές αναζητώντας ίχνη, σημεία ξεχασμένα, εκτοπισμένα από την καθημερινότητα των κατοίκων, ακάλυπτους, μυστικούς κήπους, απομεινάρια των παλιών αρχοντικών, όλες εκείνες τις χαμένες ευκαιρίες για τη δημιουργική μας συνύπαρξη με το παρελθόν.
Καμιά φορά σκέφτομαι και τον Volare, προσπαθώ να μπω στη θέση του, να φανταστώ τι έβλεπε ή τι ονειρευόταν καθώς περπατούσε από τη μια γειτονιά στην άλλη και τότε συνειδητοποιώ πως το πρόσωπό του σιγά- σιγά σβήνει από τη μνήμη μου και δεν έχω ούτε μια φωτογραφία του. Ούτε και ποτέ θα αποκτήσω γιατί πάνε πλέον χρόνια που ο Volare δεν βρίσκεται πια στη ζωή.
*ο τίτλος του κειμένου είναι δάνειο από το μυθιστόρημα του Πατρίκ Μοντιανό «Για να μη χάνεσαι στη γειτονιά» (εκδ. Πόλις, μετ. Ρούλα Γεωργακοπούλου, Αθήνα, 2015).
Γράφει η Εύη Καρκίτη
*Αναδημοσίευση από το εξαμηνιαίο freepress περιοδικό του ΚΘΒΕ «Πράξη» (Χειμώνας 2018 – Άνοιξη 2019 )


Leave a Reply