Εμπειρία: Θεσσαλονίκη

Είναι όλοι τους διαφορετικοί, αλλά ξεχωριστοί στον τομέα τους. Τους ενώνει μια πόλη και οι πολυάριθμες εμπειρίες κι αναμνήσεις που έχουν να μοιραστούν γι’ αυτήν.

Είναι τα γνώριμα πρόσωπα της Θεσσαλονίκης, τα οποία όλο και κάποια στιγμή συναντήσαμε κάπου. Και δεν διστάσαμε να πιάσουμε μαζί τους κουβέντα, για λίγο, για την ομίχλη της Θεσσαλονίκης, για τις μαγικές της, ρεμπέτικες βραδιές, για τη γαστριμαργική μυσταγωγία της, για τις εποχές που χαθήκανε στο μακρινό παρελθόν της, για τα πεύκα της Χαριλάου που δεν γερνούν ποτέ, για τις μυρωδιές της που μας στοίχειωσαν, για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, για τα λόγια του Βαρδάρη που ακούγονται τόσο δυνατά στα αυτιά μας όταν μας λείπει αυτή η πόλη…

Στο τεύχος «εμπειρία» οι άνθρωποι της πόλης διηγούνται εκείνη που τους έμεινε αξέχαστη. Εκείνη που συνδέσανε για πάντα με τη Θεσσαλονίκη! Μια ανάμνηση, ένα περιστατικό, μια εικόνα, μια γεύση, ένα πρόσωπο. Διαβάστε τους…

Άρης Στυλιανού

Πρόεδρος ΔΣ του ΚΘΒΕ Αν. Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

Η Θεσσαλονίκη, πόλη πολύτροπη, ευνοεί ποικίλες αναπάντεχες συναντήσεις και εμπειρίες. Παράδειγμα, κάτι που θυμάμαι έντονα και νοσταλγικά: Ιούνιος του 2003, η Ελλάδα στην προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης κι η Θεσσαλονίκη υποδέχεται τη Σύνοδο Κορυφής, στο Πόρτο Καρράς της Χαλκιδικής. Στην πόλη είχε προγραμματιστεί σειρά εκδηλώσεων διαμαρτυρίας, με αποκορύφωμα τη μεγάλη πορεία του Σαββάτου 21/6. Η πρωτοφανής διαδήλωση ενάντια στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση αποτέλεσε ούτως ή άλλως μοναδική εμπειρία. Όμως, θέλω να επικεντρωθώ αλλού: το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ οργάνωσε «Αντισύνοδο» στη ΔΕΘ, με ομιλίες και συζητήσεις. Καλεσμένος και ο ιταλός φιλόσοφος Αντόνιο Νέγκρι, που μόλις είχε πάρει άδεια να ταξιδέψει εκτός Ιταλίας, όπου είχε εκτίσει ποινή φυλάκισης και κατόπιν κατ’ οίκον περιορισμού, λόγω της άδικης καταδίκης του ως τρομοκράτη.

Γνωρίζω τον Νέγκρι από τα χρόνια των σπουδών μου στο Παρίσι, τη δεκαετία του ‘90, και θαυμάζω τα βιβλία του, πρωτίστως όσα έχει γράψει για τον Σπινόζα. Ένα βράδυ, λοιπόν, βρεθήκαμε μαζί στην Τομπουρλίκα, την ταβέρνα με το σπιτικό φαγητό και την κλασική ρεμπέτικη ζωντανή μουσική. Ήταν μια υπέροχη βραδιά, που θα την θυμάμαι μέχρι να πεθάνω. Από φοιτητής πηγαίνω στην παοκτσήδικη Τομπουρλίκα, για τα μοναδικά ρεμπέτικα του Παντελή (μπουζούκι) και του Δημήτρη (κιθάρα, πιάνο). Εκεί έχω ζήσει νύχτες μαγικές με φίλους, όπως οι Βασίλης Κάλφας, Ζήσης Σαρίκας και Θωμάς Κοροβίνης, αλλά και με σπουδαίους διανοούμενους, όπως ο Νέγκρι, ο Μπαλιμπάρ κι ο αείμνηστος Μίμης Μαρωνίτης. Ηθικό δίδαγμα: εμπειρίες σαν της Θεσσαλονίκης, δεν έχει.

Γιάννης Λεοντάρης

Σκηνοθέτης

1982. Σταύρος Τορνές: «Μπαλαμός». Αποκάλυψη και εφιάλτης: ο ανθρωποφάγος «εξώστης» της ΕΜΣ.

1985. ΕΜΣ.: Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στη Θεσσαλονίκη με την παράσταση «Ιωάννης Γαβριήλ Μπόργκμαν» παρουσιάζει τη δεύτερη σκηνή του έργου ως τοπίο απουσίας, η κεντρική δράση εκτυλίσσεται εκτός σκηνής. Το «εκτός πεδίου» στο θέατρο, ως αποκάλυψη.

1986. Φοιτητής. Τελευταίο μάθημα πριν τα Χριστούγεννα στο αμφιθέατρο της Φιλοσοφικής του ΑΠΘ. Ομίχλη και κρύο. Ο Δ.Ν. Μαρωνίτης μας προτρέπει να δούμε στο διάστημα των διακοπών το αφιέρωμα σ’ έναν άγνωστο σ’ εμάς ρώσο σκηνοθέτη, τον Αντρέι Ταρκόφσκι και να συσχετίσουμε την ταινία «Στάλκερ» με τις αφηγηματικές τεχνικές της Οδύσσειας.

2001. Στο γραφείο του Νικηφόρου Παπανδρέου στο Τμήμα Θεάτρου του ΑΠΘ. Συνειδητοποιώ ότι σ’ αυτή τη χώρα υπάρχουν ακόμη πιθανότητες να διοριστείς στο Πανεπιστήμιο επειδή απλώς είδες τυχαία μια προκήρυξη θέσης σε αγγελία στην εφημερίδα και έστειλες τα χαρτιά σου. Κι ότι αυτό, αξίζει να το διασώσεις για τους επόμενους.

2008. Τμήμα Θεάτρου: Τα πολύτιμα δώρα των φοιτητών: ενθουσιασμός, πίστη, ανιδιοτέλεια, τόλμη για έρευνα πάνω στην τέχνη του θεάτρου, άγνοια κινδύνων.

Ομίχλη και εισβολή της υγρασίας και της μυρωδιάς του Θερμαϊκού στα κόκκαλα. Θεσσαλονίκη, η πόλη των δασκάλων, της έμπνευσης και της πίστης.

Γιώργος Σκαμπαρδώνης

Συγγραφέας

Με μια πόλη δεν σε συνδέει μια εικόνα, ή ένα περιστατικό, αλλά κυρίως η παιδική ηλικία. Μεγάλωσα τέρμα Χαριλάου, δίπλα στο άλσος της Νέας Ελβετίας. Αυτό το δασάκι, που είναι ένας μεγάλος και μαγικός πευκώνας, έχει ταυτιστεί με την ξένοιαστη πλευρά της παιδικής κι εφηβικής μου διαδρομής. Γνωρίζω σχεδόν ένα-ένα όλα τα χιλιάδες πεύκα, τα κλαδιά, τα καμπυλώματα του εδάφους, το σε πoιο σημείο δύο δέντρα σχηματίζουν εστία – μια νοητή εστία ποδοσφαίρου, τότε που παίζαμε μπάλα εκεί νυχθημερόν, τα καλοκαίρια, με νάιλον τόπια. Πεύκα στα οποία σκαρφαλώναμε, κάναμε μονόζυγο, πέφταμε, κρυβόμασταν. Ή σκαλίζαμε τους κορμούς σε σημεία που δεν είχαν ρετσίνι, κόβαμε εξογκώματα του φλοιού κα τα φτιάχναμε καράβια σκαλίζοντάς τα με σουγιαδάκι – μετά τα καθελκύαμε στην πισίνα του Πάρκου, μια πισίνα που έφτιαξαν οι Γερμανοί κατακτητές το 1941 για τους αξιωματικούς τους, και που πάντα κρατούσε λίγο νερό απ’ τις βροχές. Προ εικοσαετίας, με το σε μεγάλο βαθμό τσιμεντάρισμα του εδάφους του πάρκου, καλύφθηκε και η πισίνα – αλλά τα περισσότερα πεύκα παραμένουν σχεδόν τα ίδια. Φίλοι της παιδικής ηλικίας που γερνούν παρά πολύ αργά – σχεδόν καθόλου. Αειθαλή πεύκα, ανέγγιχτα. Πράσινες βελόνες, βελονοτάπητας των άλλων ημερών.

Φούλης Μποντούρογλου

Ηθοποιός

Δεκαετία ’50

Γωνία Βενιζέλου – Σολωμού, καλοκαίρι.

Μικροπωλητές απλώνουν στο πεζοδρόμιο την πραμάτεια τους. Κάλτσες – Μαντήλια – Γραβάτες. Πάνω σε χοντρό πανί δεμένο με σχοινί ανά δύο άκρες ώστε με την εμφάνιση του χωροφύλακα να τ’ αρπάζουν και να τρέχουν στα στενά. Η Βενιζέλου ήταν απαγορευτική για όλους τους πλανόδιους πωλητές. Από κοντά τέσσερα παιδιά, 11-12 χρονών, πουλούσαν λάστιχα για τα βρακιά. Τότε δεν αγόραζαν κάθε τρεις και μία εσώρουχα. Με την αλλαγή του λάστιχου παρέτειναν τη διάρκεια χρήσης τους. «Πλατύ και στρογγυλό λάστιχο. Ορίστε!». Πελάτες ήταν κυρίως γυναίκες. Περίπου στις 10 περνούσε ο τυροπιτάς με ζεστή τυρόπιτα 1 δραχμή η μία. Όταν δεν είχε κίνηση βγαίναμε στην Εγνατία και κάναμε σκαλομαρία στο τραμ, μέχρι το Σιντριβάνι και πάλι πίσω. Ήταν το παιχνίδι μας. Ο χωροφύλακας ερχόταν από τη μεριά της Εγνατίας. Εκείνη τη μέρα ήρθε από την άλλη μεριά. Ξαφνικά τον βλέπω μπροστά μου. Αρπάζει τα λάστιχα που κρατούσα στο χέρι μου, τα τραβάει, κι εμένα μαζί προς τη Σολωμού. Πρόλαβα να του δώσω μια κλωτσιά στο πόδι.
Ήταν ψηλός, γυαλιά στρογγυλά με χοντρούς φακούς, το βλέμμα του θολό. Διπλώνει τα λάστιχα, τα δίνει σ’ έναν μαγαζάτορα με την εντολή να μου τα δώσει ύστερα από είκοσι μέρες. «Άφησε το παιδί» λέει κάποιος. «Τη δουλειά μου κάνω» απαντάει το όργανο. Από δίπλα ο κυρ-Αλέκος – πουλούσε λευκά είδη – με φωνάζει και μου δίνει 25 δραχμές για να αγοράσω άλλα λάστιχα. Τα λάστιχα τ’ αγοράζαμε από το κατάστημα ψιλικών ΠΕΤΕΙΝΟΣ στην Ίωνος Δραγούμη.

Πήρα 15 μέτρα από το κάθε είδος, τα έκοψα ενάμισι μέτρο το κομμάτι. Ποτέ δεν κατάλαβα με ποια λογική τα κόβαμε ενάμισι μέτρο. Πάλι στη Βενιζέλου, εκεί έχει κίνηση! «Πλατύ και στρογγυλό λάστιχο. Ορίστε!». Πέρασαν οι είκοσι μέρες, πήρα πίσω τα λάστιχα κι έδωσα τις 25 δραχμές στον κυρ-Αλέκο. Μια φορά μια γυναίκα με πλησιάζει και μου λέει χαμηλόφωνα. «Δε χρειάζομαι λάστιχο, δε φοράω βρακί». Δεν απάντησα. Αργότερα σκέφτηκα πως αυτή την πρακτική πιθανόν να την υιοθέτησαν αρκετοί. Ακόμη ένα επάγγελμα που χάθηκε. Τώρα περνώ συχνά απ’ τη γωνία Βενιζέλου-Σολωμού. Μπαίνω στο Καπάνι για καφέ ή κρασί.

Μαρία Νέτσικα

Χημικός, Οινολόγος, Δημοσιογράφος Οίνου

Φθινόπωρο στη Θεσσαλονίκη. Νωρίς το απόγευμα στην ψαροταβέρνα του Ιστιοπλοϊκού Ομίλου. Χλιαρός ήλιος, χαλαρή συζήτηση και στα ποτήρια δροσερό λευκό κρασί από τα παράλια του Θερμαϊκού. Οι ματιές αποκτούν νόημα ενώ δοκιμάζουμε τους μεζέδες. Ευωδιαστή η βάρκα – μελιτζάνα, κριτσανιστά τα ωμά ζαρβαβατικά, γυαλιστερά τα βραστά χόρτα, ζωηρόχρωμα τα παντζάρια. Τις μπουκιές αρδεύουν μικρές γουλιές από το χαρμάνι Ασύρτικο – Μαλαγουζιά. «Καθαρό το άρωμά του, απόλυτη η φινέτσα στη γεύση του», συμφωνούμε! Γλύκισμα το χταπόδι στη σχάρα, ζουμερά τα μύδια marinier. «Μεγάλη αδυναμία…» επίσης συμφωνούμε. Το ειδύλλιο όμως πλέκεται πάνω από την πιατέλα με τα φρεσκότατα ψάρια. Θαυμάσια, με φίνα λευκή σάρκα, ψημένα με τέχνη και αρκετό αλατοπίπερο για να αποκτήσουν τραγανιστή και πικάντικη κρούστα. Ώρα να περάσουμε και στο Chardonnay, από τους ορεινούς αμπελώνες του Νομού. Με απαλή νύξη βαρελιού και ευχάριστο όγκο, λαμπυρίζει στο φως του φθινοπωρινού ήλιου που δύει νωρίς. Η ευτυχία είναι -εντέλει- εφικτή!

Η αγαπημένη ανάμνηση με τραβά από τη μύτη και το στόμα… Και ισοδυναμεί, για μένα, με την εμπειρία της «γεύσης» της Θεσσαλονίκης! Αυτή την εμπειρία που ασκεί τρομερή έλξη στους επισκέπτες της. Ιδίως στους καλοφαγάδες ανάμεσά τους, οι οποίοι ετοιμάζουν τις βαλίτσες τους με την αναμονή μιας ακόμη γαστριμαργικής μυσταγωγίας.

Νώντας Στυλιανίδης

Φωτορεπόρτερ

Νόμιζα ότι φυσούσε πολύ. Παντζούρια χτυπούσαν δυνατά, ένα βουητό απλώθηκε και ενώ έβλεπα έναν άνθρωπο σε μια ψηλή σκάλα που άλλαζε λάμπα στη βιτρίνα του μαγαζιού του να σωριάζεται κάτω, ένα ξαφνικό χτύπημα στο ολοκαίνουργιο κράνος μου, μου ταρακούνησε το κεφάλι. Ένα τούβλο έπεσε και με χτύπησε. Ήταν από τις πρώτες βόλτες που έκανα με το καινούργιο μου μηχανάκι στην πόλη, καμαρωτός και περήφανος, το καλοκαίρι του 1978, στη Θεσσαλονίκη, τη γενέθλια πόλη. Και δεν ήταν αέρας, παρά ο μεγάλος σεισμός που μας συγκλόνισε και χαράχτηκε στη μνήμη βαθειά. Ερείπια σωρεύτηκαν και αγωνιώντες και αλλόφρονες άνθρωποι γέμισαν τους δρόμους, με βλέμμα γεμάτο φόβο αναζητούν συγγενείς και απαντήσεις.

Βρέθηκα, πηγαίνοντας προς την Καμάρα αναζητώντας τους δικούς μου, στην πολυκατοικία, στην πλατεία Ιπποδρομίου, που έπεσε παρασέρνοντας στο θάνατο τους ενοίκους της, ανάμεσά τους κι έναν συμμαθητή μου. Η μνήμη παίζει περίεργα παιχνίδια. Από το ζαχαροπλαστείο που ήταν στο ισόγειό της, έπαιρνα συχνά κάτι μεγάλα κομμάτια σοκολάτα με φουντούκι, που έλιωναν στο στόμα.

Ύστερα ήταν και αυτή η υγρή σκόνη, αυτή που σκέπασε την πόλη, απ’ τα χαλάσματα. Υγρή, απ’ τα νερά που έπεσαν επάνω της, με τη μυρωδιά των υπογείων που βγήκε στην επιφάνεια. Σαν την μυρωδιά που βγαίνει στο άνοιγμα ενός τάφου την ώρα της ανακομιδής. Κόλλησε στη μύτη μου, έτριζε στα δόντια μου.

Στον Ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης. Εκεί, στο ίδιο σημείο που ο Θεοδόσιος, ο Ισπανός βυζαντινός αυτοκράτορας, με δόλο έσφαξε τον ανθό της πόλης. Χιλιάδες Θεσσαλονικείς. Χρόνια τώρα, βγαίνοντας από το γραφείο μου, που βρίσκεται σ’ αυτή την γειτονιά, τα υγρά σαλονικιώτικα βράδια και βλέποντας τα σκοτεινά υπολείμματα του αρχαίου τείχους μπροστά, έρχεται στη μύτη μου η μυρωδιά της βρεγμένης σκόνης και σα να ακούω την κλαγγή των σπαθιών και τις φωνές που σηκώνονται απ’ τον Ιππόδρομο. Με μια γεύση σοκολάτας με φουντούκι στο στόμα.

Συνεντεύξεις στην Ελένη Ομήρου

*Αναδημοσίευση από το εξαμηνιαίο freepress περιοδικό του ΚΘΒΕ «Πράξη» (Χειμώνας 2018 – Άνοιξη 2019 )

 

Leave a Reply