
Και μια εντελώς προσωπική ιστορία για πώς αγάπησα εκ νέου τα «ελληνικά»
Για πολλά χρόνια της ζωής μου, όταν η κουβέντα πήγαινε στα μουσικά, δήλωνα με στόμφο «Δεν ακούω ελληνικά». Νόμιζα ότι η ελληνική μουσική είχε μείνει πίσω μαζί με τις Τρύπες και τα Σπαθιά των μεταεφηβικών μου χρόνων. Πως ήταν μόνο νοσταλγία, παρελθόν, σχεδόν ποτέ παρόν. Πόσο μάλλον, μέλλον.
Μέχρι που λίγα χρόνια πριν, λίγο τυχαία, λιγο καρμικά, άνοιξε μια μικρή χαραμάδα στον μέχρι τότε συμπαγή τοίχο αυτής της περιοριστικής πεποίθησης. Και από εκεί, τρύπωσαν πριν το καταλάβω κάτι νέα ταλαντούχα παιδιά, που με έκαναν να αναθεωρήσω. Τα παιδιά αυτά έχουν πλέον κερδίσει μια σπουδαία θέση στην καρδιά μου και τις λίστες μου. Και πάντα ανυπομονώ για τις νέες τους δουλειές. Όπως καλή ώρα, τώρα. Στις αράδες που ακολουθούν θα αποπειραθώ όχι με τα φόντα κριτικού, αλλά με το ένστικτο μιας απλής ακροάτριας, να γράψω λίγα λόγια για δύο από αυτούς τους καλλιτέχνες – και μια υποκειμενική γνώμη για τις νέες τους κυκλοφορίες.
Παιδί Τραύμα/ Δεύτερη Ζωή
Την πρώτη φορά που άκουσα Παιδί Τραύμα ταξιδεύαμε οδικώς οικογενειακώς. Νομίζω πρώτα έπαιξε το Μπολ. Σοκ. Μετά το Πάτσι. Μία και άλλη μία, στο καπάκι. Το μικρό κοιμόταν στο πίσω κάθισμα (ευτυχώς, γιατί λίγο μετά μπήκε το Ακαταλαβίστικο, με λέξεις που καλό ήταν να μην καταλάβει). Να μην τα πολολυγώ, ήταν instant crush, που λένε και οι Daft Punk. Σύντομα απέκτησα τον πρώτο δίσκο, μετά τον δεύτερο. Εκείνο που πιο πολύ με συγκίνησε εξαρχής, ήταν ότι άνθρωποι της γενιάς μου, που μεγάλωσαν όπως και εγώ με τα ιερά τέρατα της ελληνικής μουσικής, Αγελλάκα, Παυλίδη, Στέρεο Νόβα, έπαιρναν αυτή την τεράστια κληρονομιά και έκαναν κάτι μαζί της. Φίλτραραν τα ίδια αγαπημένα ακούσματα και ερχόταν να ακουμπήσουν κάτι δίπλα τους. Οικείο, αλλά φρέσκο, με σαφείς επιρροές, αλλά δίχως την ευτέλεια της κόπιας.
Ο νέος δίσκος, η Δεύτερη Ζωή, έκανε teaser launch με ένα δαιμόνια καλό μάρκετινγκ: αφίσες μιας μυστηριώδους κοπέλας τοιχοκολλήθηκαν σε όλη την πόλη – τα εύσημα εδώ και στη Θεσσαλονικιώτικη fine records, που στεγάζει πλέον τον Τάσο Καρτέρη και δεν βγάζει απλά δίσκους, βγάζει έργα τέχνης. Ψάχναμε λοιπόν τη Ντιάνα. Τι βρήκαμε τελικά; Αριστοτεχνικές ενορχηστρώσεις, δυνατό storytelling, καταιγιστικές κιθάρες, pure indie joy. Ήχος ώριμος, στιχουργία κοφτερή, συγκίνηση χωρίς κραυγές – αλλά με τα αναγκαία ξεσπάσματα που λυτρώνουν. Η Δεύτερη Ζωή έχει κάτι ακατέργαστο αλλά ακριβές, κάτι ποιητικό χωρίς να είναι πομπώδης, κάτι σκοτεινό αλλά με μια χαραμάδα φωτός.

Υπεραστική Μουσική/ Pan Pan
Τον Pan Pan, κατά κόσμον Παναγιώτη Πανταζή, τον ανακάλυψα πάλι στο αυτοκίνητο – σαν να υπάρχει εκεί μια μυστική πύλη που ανοίγει μουσικούς ορίζοντες. Η πλέον πασίγνωστη Ανισόπεδη Ντίσκο έπαιξε μία και «έγραψε» μεμιάς. Μπήκε στο repeat καμιά 20αριά φορές. Ακολούθησε το Χτύπα με σαν ρεύμα στην πίστα. Το Φωτιά στις κεραίες. Η εμπειρία ήταν… φαντασμαγορική και η παρα(ι)τημένη μου σχέση με την ελληνική μουσική, έκανε με πιρουέτες ένα δυναμικό comeback. Από τότε, πήγα σε τρία – τέσσερα live του, πέρασα κάθε φορά λίγο καλύτερα από την προηγούμενη, παρέα με ένα εντυπωσιακά συμπεριληπτικό και -στο μεγαλύτερό του ποσοστό- σαφώς νεότερο από μένα κοινό.
Η νέα του δουλειά λέγεται «Υπεραστική Μουσική», και έχει ήδη γίνει ένα από τα αγαπημένα μου soundtracks όταν περπατάω στην πόλη. Synths με lo-fi ντροπαλότητα, beats που χτίζουν μικρά αστικά τοπία, πρόζα που ακουμπάει κατευθείαν στην ψυχή, αιθέρια γυναικεία φωνητικά σαν ανάσες. Γύρω από τον Pan Pan βρίσκεται μια μεγάλη ταλαντούχα παρέα, μια υπέροχη παλέτα από φωνές και ηχοχρώματα. Όλοι βάζουν πινελιές σε αυτό το μικρό, τρυφερό σύμπαν, που έχει κάτι από Burial, κάτι από Stereo Nova, κάτι από σπασμένους ήχους που προσπαθούν να βρουν μορφή, κάτι από σπασμένους κόσμους που συμφιλιώνονται με την ατέλειά τους. Κάτι από σένα, κάτι από μένα.
Κλείνοντας, να προσθέσω και αυτό: ζούμε σε έναν νέο, θαυμαστό κόσμο όπου οι μουσικοί που αγαπάμε είναι, επιτέλους, κοντά. Τους στέλνεις μήνυμα. Σου απαντούν. Παραγγέλνεις το cd και σου λένε αν θες να στο παραδώσουν αυτοπροσώπως γιατί θα είναι στην πόλη. Κάνουν share τα stories σου που παίζουν τα τραγούδια τους. Ξαφνικά, υπάρχει ένα community – ανθρώπινο, λίγο ευάλωτο, λίγο αστείο, πολύ γενναιόδωρο. Μοιραζόμαστε ήχους, λέξεις, στιγμές και μικρές εξομολογήσεις. Η μουσική και οι μουσικοί, δεν είναι πια κάπου ψηλά. Είναι στα ακουστικά μας. Στο inbox μας. Στη ζωή μας, όπως ποτέ ξανά.
Και κάπως έτσι, μια ανάσα πριν τα πρώτα -ήντα, δηλώνω ότι (ξανα)ακούω ελληνικά. Και είμαι καλά.
Γράφει η Μαρία Παντελίδου

