Xρήστος Θηβαίος: “Καλύτερα να πούμε αντίο, παρά να μην είχαμε ποτέ συναντηθεί”.

 

Τραγουδοποιός και ερμηνευτής σπάνιας ευαισθησίας, με 23 χρόνια δισκογραφίας στην πλάτη, θρυλικά τραγούδια στις αποσκευές και στίχους που λίγο-πολύ έχουν σημαδέψει τη ζωή των περισσότερων από μας, ο Χρήστος Θηβαίος έρχεται στη δεύτερη πατρίδα του, τη Θεσσαλονίκη, για να κάνει μια στάση στο Ξέφωτο, στις 14 Δεκεμβρίου.
Λίγο πριν την πολυαναμενόμενη εμφάνισή του, μας μίλησε για τη ζωή του και την τέχνη του, τις αγάπες του και τα όνειρά του, δίνοντάς μας πολλούς επιπλέον λόγους να ανυπομονούμε να τον συναντήσουμε για μια ακόμη φορά επί σκηνής.

1. Προέρχεστε από μια οικογένεια καλλιτεχνών, οπότε θα έλεγε κανείς ότι η πορεία σας ήταν γενετικά προδιαγεγραμμένη. Ή μήπως όχι; Τελικά καλλιτέχνης γίνεσαι ή γεννιέσαι;

Θεωρώ ότι καλλιτέχνης γίνεσαι. Είναι αυτό που έλεγε η Αρλέτα όταν για πρώτη φορά την είχα συναντήσει, με είχε ακούσει και μου λέει: “Παιδί μου έχεις ταλέντο.” Και της είχα πει: “Χίλια ευχαριστώ!”. Και μου λέει: “Μην με ευχαριστείς! Δεν με ενδιαφέρει. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι τι θα το κάνεις.”

2. Μιλήστε μας λίγο για τα πρώτα σας παιδικά χρόνια, τα πρώτα σας βιώματα.

Γεννήθηκα στο Μεταξουργείο, 7/1 του 1963, από μια οικογένεια ηθοποιών. Όχι μόνο ο πατέρας μου και η μητέρα μου, αλλά ο παππούς μου, η γιαγιά μου, οι θείοι μου και όλοι οι οικογενειακοί φίλοι ήταν ηθοποιοί και μουσικοί. Και μεγάλωσα στις περιοδείες των δικών μου. Μιλάμε για το θέατρο που μετονομάστηκε μπουλούκι ή τσαντίρι, το οποίο στην δική μου οικογένεια ξεκίνησε στην Κωνσταντινούπολη πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά η οικογένεια εγκαταστάσθηκε στη Θεσσαλονίκη και μετά ήρθε στην Αθήνα. Πολύ όμορφες στιγμές! Γνώρισα από κοντά από παιδί και τα παιδικά μου παιχνίδια ήταν η παρέα μου με τους γνωστούς και άγνωστους ηθοποιούς του ελληνικού θεάτρου και του ελληνικού κινηματογράφου και έτσι πέρασαν τα σχολικά μου χρόνια.

3. Στην Ιταλία, στη Μπολόνια, σπουδάσατε φιλοσοφική. Αληθεύει ότι είχατε καθηγητή τον Ουμπέρτο Έκο; Επηρέασαν με κάποιο τρόπο οι σπουδές σας τη μετέπειτα καλλιτεχνική σας ταυτότητα;

Μόλις τελείωσα το Λύκειο και από το Μεταξουργείο μετακομίσαμε στα Εξάρχεια, είχα τις πρώτες μου γνωριμίες εδώ στα Εξάρχεια με τους Αγίους των Εξαρχείων όπως λέμε τον Παύλο Σιδηρόπουλο, το Νικόλα Άσιμο, την Αρλέτα, την Κατερίνα Γώγου, και μέσα από όλο αυτό το κλίμα το πολιτισμικό, το πολιτιστικό, το πολιτικό, τράβηξα το δικό μου δρόμο πηγαίνοντας στην Ιταλία, όπου έδωσα εξετάσεις και γράφτηκα στη φιλοσοφία. Όντως γνώρισα τον Ουμπέρτο Έκο και δουλέψαμε μαζί πάνω στη σημειωτική επιστήμη και πραγματικά έχω τις καλύτερες αναμνήσεις και σίγουρα, εάν δεν φοιτούσα σε αυτό το πανεπιστήμιο, με τον συγκεκριμένο καθηγητή και μετά με άλλους καθηγητές πολύ αγαπημένους, όπως είναι ο Valerio Marchetti και ο Eugenio Benassi κλπ, πραγματικά δε νομίζω ότι θα έγραφα με τον τρόπο που γράφω τώρα.
4. Πότε αποφασίσατε να ενδώσετε στο κάλεσμα της μουσικής; Ήταν εύκολο να αρχίσετε να βιοπορίζεστε ως καλλιτέχνης;

Μπορώ να πω ότι απ’ όσο θυμάμαι τον εαυτό μου τραγούδαγα. Και με ενθουσίαζε πάντα το γεγονός ότι μπορούσα να αναπαράγω ακριβώς με τον τρόπο που ήθελα, αυτό το οποίο άκουγα. Αυτή ήταν η αρχή. Σε ηλικία 12-13 ετών πήγα να δουλέψω και να αγοράσω την πρώτη μου κιθάρα, άρχισα να μαθαίνω και να παίζω κιθάρα και μετά όταν πραγματικά πέρα από όλα μου τα ακούσματα της βρεττανικής, της αμερικάνικης και φυσικά πρωτίστως της ελληνικής σχολής και τραγουδοποιίας και μουσικής μπήκα πια στον ακαδημαïκό χώρο και άρχισα μέσα από την ακαδημαïκή πορεία να έχω τη συγκροτημένη σκέψη του ελεύθερου λόγου, άρχισα να ερμηνεύω τις σκέψεις μου, να τις καθορίζω και με αυτό τον τρόπο να καταγράφω τα όνειρά μου, το φως μου και το σκοτάδι μου στη μητρική μου γλώσσα που είναι τα ελληνικά και έτσι να γράφω τραγούδια.
Ναι, ήταν σχετικά εύκολο μπορώ να πω. Σχετικά εύκολο γιατί ήξερα ακριβώς τι ήθελα να κάνω, ήξερα ακριβώς τι τραγούδια ήθελα να γράψω, ήξερα ακριβώς τι τραγούδια ήθελα να τραγουδήσω. Γι’ αυτό και ήταν εύκολο. Αλλά ο λόγος για τον οποίο άφησα την ακαδημαïκή πορεία και τελικά κατέληξα να γράφω τραγούδια, θεωρώντας πάντα ότι τα τραγούδια είναι μια πολύ όμορφη πλην όμως μικρή πολυνησία στον ωκεανό της μουσικής, επέλεξα ότι στη ζωή μου αυτό ήθελα να κάνω, γιατί όπως λέει ο Milorad Pavic (Μίλοραντ Πάβιτς), ότι ο κάθε άνθρωπος έχει μπροστά του χιλιάδες δρόμους, αλλά ο πραγματικά δικός του δρόμος, είναι αυτός που εάν αποφασίσει να τον ακολουθήσει, ο φόβος του μεγαλώνει.

5. Από πού αντλείτε έμπνευση όταν δημιουργείτε; Τι σας καθοδηγεί; Τα ερεθίσματα έρχονται από μέσα ή από έξω; Από τον εσωτερικό σας κόσμο ή από τον κόσμο που σας περιβάλλει;

Ο εσωτερικός μας κόσμος, είναι ο κόσμος που μας περιβάλλει και ο κόσμος που μας περιβάλλει, ερμηνεύεται από τον εσωτερικό μας κόσμο. Όπως λέει ο πολυαγαπημένος μου τραγουδοποιός Ορφέας Περίδης στις άσχημες στιγμές μας: “Ο χωρισμένος μου εαυτός είναι που χώρισε τον κόσμο από λάθος”. Όταν λοιπόν προσπαθήσουμε να έχουμε τη διάθεση καθημερινά όχι να χωρίζουμε, αλλά να ενώνουμε τον κόσμο, ο ενωμένος κόσμος είναι η πραγματική δημιουργία.

6. Ο τελευταίος σας δίσκος είναι ένας δίσκος θεματικός, έντονα πολιτικοποιημένος, όπου η εξέγερση των μεταλλωρύχων της Σερίφου, γίνεται πηγή έμπνευσης και αφετηρία για τις δικές σας μουσικές αφηγήσεις, 100 χρόνια μετά. Μιλήστε μας λίγο για αυτή την κάθε άλλο παρά… εύπεπτη δουλειά.

Είναι ένα όνειρο που είχα από χρόνια. Επισκεπτόμουνα για δέκα χρόνια τη Σέριφο και μετά, οκτώ ολόκληρα χρόνια προσπαθούσα να γράψω αυτά τα καινούργια τραγούδια. Είχα εστιάσει σ’ αυτό το concept, περιεχόμενο και κλίμα, και τελικά μελετώντας αυτή την κρυφή και σκοτεινή πλευρά της ελληνικής ιστορίας και όχι μόνο, της ευρωπαïκής ιστορίας γενικότερα, μελέτησα και τον εαυτό μου μέσα σε αυτή την ιστορία και κατέγραψα θα έλεγα από τον μικρόκοσμο του εαυτού μου, έναν μεγαλύτερο κόσμο, που είναι ο κοινωνικός κόσμος, ο κόσμος της πολιτικής. Από τον μικρόκοσμο στον μακρόκοσμο δηλαδή και από τον μακρόκοσμο πώς επηρεάζει τον μικρόκοσμο της καθημερινής ζωής. Έγραψα σα να ήμουνα ένας ονειρεμένος έφηβος, πλάι στον 21χρονο Κωνσταντίνο Σπέρα, όταν ξεκινούσε να εμπνέει τον τρόπο, το μέσο της απεργίας, τους υπόλοιπους μεταλλωρύχους, όταν έβλεπε όλο αυτό να ματοκυλίεται, αλλά τελικά πώς καταφέρνουμε όταν υπάρχει σύνεση, η νεότητα και ο νεωτερισμός στο επαναστατικό πνεύμα, να φτιάξουμε μια καινούργια, πιο όμορφη κοινωνία και πιο μαζική. Αυτό το ένας για όλους και όλοι για έναν.

7. Ποιος είναι ο ρόλος της τέχνης, και της μουσικής πιο συγκεκριμένα, στις δύσκολες εποχές που διανύουμε; Τι σημαίνει να είσαι μουσικός στην Ελλάδα της κρίσης;

Κατ’ αρχήν θα ξεκινήσω ως εξής… Όπως έλεγε ο John Lennon: «Imagine». Φαντάσου, οραματίσου! Ένα τραγούδι δεν αλλάζει τον κόσμο. Είναι ικανό όμως, να αλλάξει τη συνείδηση ενός. Αν αλλάξει η συνείδηση ενός, αρχίζει σιγά σιγά να αλλάζει και η συνείδηση περισσότερων ανθρώπων. Με αυτό τον τρόπο διαμορφώνουν την καθημερινότητα τα τραγούδια. Τα οποία γεμίζουνε με όνειρα τις καθημερινές μας στιγμές και μας βοηθούν σε συναυλία να ονειρευτούμε από κοινού. Θεωρώ ότι ακόμα και όταν κάποιος κάνει με χαρά, με εκτίμηση και με περηφάνεια τη δουλειά του, οποιαδήποτε και να είναι αυτή, μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.

8. Ποιον από τους εκατοντάδες στίχους που γράψατε μέχρι τώρα, θα χρησιμοποιούσατε για να εκφράσετε αυτό που νιώθετε τούτη τη στιγμή;

Κάθε φορά σκέφτομαι έναν πολύ κρυμμένο στίχο, που υπάρχει στο τραγούδι “Σημαία”, στον δίσκο “Σιδερένιο νησί”, που λέει: “Καλύτερα να πούμε αντίο, παρά να μην είχαμε ποτέ συναντηθεί”.

9. Είναι μάλλον τετριμμένο να πούμε για άλλη μια φορά, πόσο πολλοί είμαστε αυτοί που αγαπήσαμε το “Πόσο πολύ σ᾽αγάπησα” και τόσα άλλα τραγούδια σας. Εσείς τι αγαπάτε με πάθος στη ζωή σας;

Την οικογένειά μου, τους φίλους μου και τη δουλειά μου. Μου αρέσει πάρα πολύ επίσης να μαγειρεύω και να βλέπω ταινίες.

10. Η μητέρα σας είχε καταγωγή από τον Βαρδάρη. Νιώθετε να έχετε δεσμούς με την πόλη; Τι σας γοητεύει και τι σας απογοητεύει σε αυτήν;

Πάντα για μένα η Θεσσαλονίκη θα είναι το δεύτερο σπίτι μου. Τη λατρεύω και μπορώ να έχω την περηφάνεια, αλλά και το θράσος να πω ότι είμαι ένας Εξαρχιώτης από το Μεταξουργείο που λατρεύει τη Θεσσαλονίκη. Δεν έχω να δω κάτι άσχημο στην πόλη, ίσως γιατί είμαι τρομερά υποκειμενικός. Πέρασα τα παιδικά μου καλοκαίρια στη Θεσσαλονίκη και όταν φυσάει παγωνιά από τον Βαρδάρη, κρυώνουν τα αστέρια στα Εξάρχεια. Μ’ αρέσει πάρα πολύ που μεγάλωσα ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο πόλεις και τις αισθάνομαι σπίτι μου.

11. Ανυπομονούμε για τη βραδιά στο Ξέφωτο. Τι να περιμένουμε;

Όσα τραγούδια έχετε αγαπήσει όλα αυτά τα χρόνια, από την εποχή των Συνήθων Υπόπτων, από τη “Μικρή Πατρίδα” με τον Γιώργο Ανδρέου, το Γιώργο Νταλάρα και το “Μυστήριο τραίνο”, από τα τραγούδια του “Μεγάλου Θυμού” του Βασίλη Δημητρίου, από τον “Άμλετ της Σελήνης”, το “Σταυρό του Νότου” και τις “Γραμμές των Οριζόντων” με τον Θάνο Μικρούτσικο, έως και κάποια τραγούδια από το Σιδερένιο Νησί και φυσικά τραγούδια Ελλήνων και ξένων συναδέλφων που έχω αγαπήσει και θαυμάζω.

Συνέντευξη στη Μαρία Παντελίδου

Leave a Reply