
Ας µην γελιόµαστε. ∆εν είναι γνώρισµα µόνο της Θεσσαλονίκης. Κάθε αστικό ιστό τον συνυφαίνουν ψέµατα κι αλήθειες. Μύθοι που τρέφονται από τις συλλογικές µας αυταπάτες, τους ευσεβείς µας πόθους, τις µεγάλες µας προσδοκίες. Και αλήθειες που έρχονται απρόσκλητες να µας ξυπνήσουν από τις ονειροβασίες µας και να µας προσγειώσουν απότοµα στο κράσπεδο της πραγµατικότητας.
«Είσαι το καµάρι της καρδιάς µου, Θεσσαλονίκη όµορφη γλυκιά», που λέει και το γνωστό λαϊκό άσµα, µα αν θέλουµε να ακριβολογήσουµε, και ταυτόχρονα να πετύχουµε ένα καίριο χτύπηµα στο οικοδόµηµα των ζωτικών ψευδών που χρόνια τώρα ευλαβικά συντηρεί τούτη η πόλη, µπορούµε απλά να περιµαζέψουµε όσο θάρρος διαθέτουµε και να ξεστοµίσουµε µια άβολη αλήθεια, σε ένα ελαφρώς παραποιηµένο ρεφρέν: «Ω, ω, ω, όµορφη (ναι µεν, αλλά) Θεσσαλονίκη!»
Ας µην υπερβάλλουµε. Ναι, φυσικά, την πόλη µας την αγαπάµε, όπως κάθε παιδί αγαπάει τη µάνα του και στα µάτια του είναι η πιο όµορφη γυναίκα στον κόσµο, κι ας φτάνει πολλές φορές σε σηµείο σ’ όλη του τη ζωή να πληρώνει τις αµαρτίες της… Όµως, αν θέλουµε να είµαστε ειλικρινείς, δεν µπορούµε να παραβλέψουµε το γεγονός πως τα όµορφα στοιχεία της πόλης, τα επισκιάζουν οι συχνά ανοµολόγητες ασχήµιες της.
Ναι, είναι µαγευτική η θέα από τα Κάστρα ένα χειµωνιάτικο αποµεσήµερο. Μα ο Βαρδάρης, πέρα από το να καθαρίζει τον ορίζοντα και να αποκαλύπτει συγκλονιστικές όψεις του Ολύµπου, κάνει και τα σκουπίδια να χορεύουν στα βρώµικα στενοσόκακα. Η διαβόητη οµορφιά της πόλης, στη δογµατική εγκυρότητα της οποίας πάντα σαν άσωτα παιδιά επιστρέφουµε, όταν αναζητούµε τρόπους να ενισχύσουµε ή να επινοήσουµε εκ νέου τους δεσµούς µας µε τη µαµά Θεσσαλονίκη, αποδεικνύεται κάτι τόσο ρευστό και ασαφές και «ψεύτικο», που ξεγλιστράει από τα χέρια µας σε κάθε ευκαιρία. Κάτι τόσο εύθραυστο, που γίνεται χίλια κοµµάτια στο πρώτο απότοµο φρενάρισµα του κακοσυντηρηµένου και ασφυκτικά γεµάτου λεωφορείου του ΟΑΣΘ.
Βέβαια, είναι κι εκείνο το µετρό-φάντασµα που όλο έρχεται να µας σώσει από τις συµφορές µας στο οδόστρωµα κι όλο µας «στήνει», εκεί, µια στάση µακριά από τα όνειρά µας. Η µια χρονιά διαδέχεται την άλλη, η µια ηµεροµηνία ακυρώνει την προηγούµενη, και ανανεώνει το ραντεβού µε την αστική αναβάθµιση για την επόµενη, παίζοντας ταυτόχρονα µε τα νεύρα και την υποµονή µας. Περιµένοντας το µετρό, εν έτει 2019 στη Θεσσαλονίκη, το οποίο, ως ένας νέος θεατρικός Γκοντό µας διδάσκει τη µαταιότητα τούτης της αναµονής, µέσα από την αλήθεια µιας αδυσώπητης διαπίστωσης: Το µετρό δεν θα έρθει απόψε. Αύριο όµως;

Αύριο, ποιος ξέρει… Για φαντάσου, λέει, να πεζοδροµηθεί και η Λεωφόρος Νίκης και να γίνει η υποθαλάσσια σήραγγα και όλοι να βολτάρουµε πανευτυχείς πάνω-κάτω, νέοι, γέροι και παιδιά, ποδηλάτες και περιπατητές, τουρίστες και αγκαλιασµένοι εραστές, πλάι στον Θερµαϊκό, σε µια παραµυθένια, eco-friendly, car free και carefree παραλιακή γη της επαγγελίας. Και διόλου να µην µας νοιάζει, από πού θα περάσουν και πώς θα εξυπηρετηθούν τα πάντα υπερβολικά πολλά, πάντα υπερβολικά βιαστικά οχήµατα, µηχανές, λεωφορεία και ΙΧ. Γιατί ένα µεγάλο Χ θα έχει διαγράψει τα κακώς κείµενα και επιτέλους οι πεζοί θα έχουν προτεραιότητα σε αυτή την πολύπαθη αστική ζώνη, που χρόνια τώρα καταδυναστεύεται από όσους κρατούν τιµόνι.
Κι έπειτα είναι κι εκείνη η άκαπνη Θεσσαλονίκη, που µας πουλάει «φούµαρα», ότι δήθεν έχει σβήσει το τσιγάρο. Το ένα σβήνει, το άλλο ανάβει, για την ακρίβεια, όπου βρεθεί και όπου σταθεί: σε καφέ και µπαρ, σε συναυλίες και «κλειστά κλαµπ της συµφοράς», που λένε και οι Στέρεο Νόβα. Όµως αλήθεια, πότε θα έρθει η ώρα να τινάξουµε κι εµείς το παζλ στον αέρα και να αποτινάξουµε την τριτοκοσµική συνήθεια του καπνίσµατος σε δηµόσιους και κλειστούς χώρους; Να λυτρωθούµε από τα πάθη µας και να καθίσουµε µαζί, στην ίδια πλευρά του δρόµου, καπνιστές και µη, γιατί τελικά εκείνο που συζητάµε εδώ, δεν είναι ποιος θα υποφέρει λιγότερο, αλλά πώς θα ευεργετηθούµε όλοι από µια ζωτική ανάσα: την αυτονόητα θετική ανάσα της αλλαγής, προς µια καλύτερη ποιότητα ζωής.

«∆εν βαριέσαι», θα πει κάποιος, και θα το πιστεύει, «στη Θεσσαλονίκη είµαστε χαλλλλλαρά». Με το λάµδα έτσι πλούσιο, παχύ και χορταστικό, ακριβώς σαν τον αφρό του φραπέ που αναπαύεται µακαρίως σε ευµεγέθη µερακλίδικα ποτήρια, σερβιρισµένα σε τραπεζάκια στο αχανές και αχαρτογράφητο τοπίο των καφενείων της πόλης. Μόνο που, φευ, µια βόλτα στο κέντρο θα µας πείσει πως η «χαλαρή, νωχελική Θεσσαλονίκη που χασοµεράει και χασµουριέται στον ήλιο», είναι µια εικόνα βγαλµένη από τα άδυτα του συλλογικού µας φαντασιακού, µια εικόνα παραπλανητική, γραφική και -ευτυχώς θα προσθέταµε- ξεπερασµένη. Γιατί η σύγχρονη Θεσσαλονίκη είναι δραστήρια, ασίγαστη, πολυµήχανη, κυκλοφορεί µε καφέ take-away και ψάχνει τρόπους να πάρει µπροστά, να πάει παραπέρα, να δηµιουργήσει, να προκόψει.
Και ναι, ίσως κάποιες φορές υπερβάλλει, δουλεύει πάρα πολύ, κι από νευρώδης γίνεται νευρωτική, και «τι να κάνει; Τρέχει, τρέχει και τελειωµό δεν έχει!!!»… Μα όταν το παρακάνει µε τις υπερωρίες και τα τρεχαλητά, συνήθως κάνει µια παύση· να πάρει µια ανάσα, να συναντηθεί µε φίλους, να ανταλλάξει µια κουβέντα, να γευτεί µια νοστιµιά, να αγναντέψει τη θάλασσα που πάντα είναι κοντά, να αναµετρηθεί µε τους φόβους της, να µετρήσει τις απώλειες και τις χαρές της, να ονειρευτεί. Ναι, η Θεσσαλονίκη, όπως κάθε πόλη, πού και πού παραµυθιάζεται για να µην αναλογίζεται τις ήττες της. Όµως ευτυχώς, πάντα µας δίνει και λόγους να γιορτάζουµε µικρούς καθηµερινούς θριάµβους, τις µικρές προσωπικές, αληθινές µας (Θεσσαλο)νίκες.
Γράφει η Μαρία Παντελίδου
*Αναδημοσίευση απο το εξαμηνιαίο freepress περιοδικό του ΚΘΒΕ «ΠΡΑΞΗ» (Φθινόπωρο-XEIMΩΝΑΣ 2020)


Leave a Reply