Ροδή Στεφανίδου: Ο κόσμος του βιβλίου είναι μοναδικός για τον καθένα

Μέσα από μια αφήγηση ανάμεσα στο τότε και το τώρα, ζωντανεύει η πορεία μιας γυναίκας ενενήντα χρόνων με μια ιστορία που επαναλαμβάνεται, κάνει κύκλους, αφηγείται, δακρύζει και γελά. «Ο Εισβολέας» αποτελεί την πρώτη προσωπική νουβέλα της Ροδής Στεφανίδου, και έρχεται για να μας θυμίσει πως καμία εισβολή δεν περνά χωρίς να αφήσει το αποτύπωμά της.

Ποια ήταν η αφορμή για τη συγγραφή του «Εισβολέα»;

Αφορμή για τον «Εισβολέα» αποτέλεσε μια άλλη εισβολή που έγινε με μεγάλη ταχύτητα και ήταν παγκόσμια. Η εισβολή ενός ιού -του κορονοϊού- και όλα όσα ακολούθησαν. Πάντα ήμουν «παρατηρητική» αλλά στην περίοδο της καραντίνας οι εικόνες και οι συζητήσεις γύρω μου άλλαξαν δραματικά. Με ερέθισμα μια τυχαία συζήτηση με μια ηλικιωμένη κυρία στο σούπερ μάρκετ, το ενδιαφέρον και η ματιά μου στράφηκε στους ηλικιωμένους. Μπήκα στα παπούτσια τους, που λένε. Προσπάθησα να αφουγκραστώ τους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας, που είχαν ζήσει πολέμους, κατοχή, δικτατορία και τόσα άλλα δραματικά γεγονότα της ιστορίας μας. Και με τον κορονοϊό ζούσαν απομονωμένοι, έγκλειστοι και αυτοί στα σπίτια τους αλλά πολύ πιο μοναχικά από εμάς, που είχαμε σύμμαχό μας την τεχνολογία, η οποία άλλαξε τον τρόπο κοινωνικοποίησής μας, χωρίς να μας αποκόψει από την επαφή μας με τον έξω κόσμο.

Το βιβλίο κινείται ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, με κοινό παρονομαστή τις αναμνήσεις των πρωταγωνιστών. Πώς συναντώνται στην αφήγηση η προσωπική και η συλλογική μνήμη;

Είναι προνόμιο της νιότης να ζει για το μέλλον, και αυτό κάνει ο γιατρός, ως ήρωας στο βιβλίο μου. Από μια ηλικία και μετά ζεις στο παρόν και κοιτάς πίσω στο παρελθόν, ίσως γιατί δεν θέλεις να σκεφτείς πόσο έχεις μπροστά σου. Έτσι και η ηρωίδα μου συμπληρώνει τις ψηφίδες του μωσαϊκού της ζωής της, με αφηγήσεις, αναμνήσεις και γεγονότα, που όμως είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με μια συλλογική μνήμη. «Για να μαθαίνουν οι νέοι και να θυμούνται οι παλιοί». Είναι ένα παιχνίδι αφήγησης που διατρέχει χρονικά ενενήντα χρόνια ζωής, αλλά με έντονο ενδιαφέρον για όλες τις πληροφορίες του τώρα.

Οι δύο γιαγιάδες σας – Ζωή και Ροδή – αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για την ανάπτυξη της ιστορίας. Πώς μένουν ζωντανές στη δική σας μνήμη και τι κρατάτε από αυτές μέχρι σήμερα;

Είχα την τύχη να έχω δυο πολυαγαπημένες γιαγιάδες, που ήταν πολύ «έντονες» προσωπικότητες και εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους. Η μια ήταν Βλάχα Σαρακατσάνα και η άλλη Πόντια. Οι αφηγήσεις τους είχαν διαφορετική γλώσσα, άλλους τόπους, ξέχωρα βιώματα αλλά και οι δύο αυτές γυναίκες κουβαλούσαν από μια διαφορετικά πονεμένη ιστορία που δεν ήθελαν να αφηγηθούν. Άφηναν μόνο κάποια ψήγματα. Η αλήθεια είναι ότι τις έχασα και τις δύο στην εφηβεία μου και χρόνια μετά έμαθα ολόκληρη την ιστορία τους. Νιώθω λίγο πιο στενά συνδεδεμένη με τη γιαγιά μου τη Ροδή, λόγω του ονόματος αλλά και της φυλής. Αγαπώ τους Πόντιους και αυτός είναι και ένας λόγος που το βιβλίο έχει και αυτή την πλευρά της ηρωίδας μου. Έψαξα αρκετά τα έθιμα των Ποντίων για να καταφέρω να τ’ αποτυπώσω και εν τέλει να συνδεθώ. Οι αναμνήσεις από αυτές είναι βαθιά χαραγμένες μέσα μου. Έχουν γίνει DNA. Μικρά πράγματα της καθημερινότητας με συγκινούν όπως, το αγαπημένο καπέλο της Ροδής ή το σάλι της Ζωής, η κορνιζαρισμένη φωτογραφία τους, μια φράση στα ποντιακά. Κουβαλάω μέσα μου όλα όσα έμαθα από τις δύο τους, αλλά πάνω απ’ όλα κρατώ το πείσμα τους για τη χαρά της ζωής και τη θέλησή τους για επιβίωση.

Σε μία εποχή όπου οι οθόνες είναι προσβάσιμες σχεδόν πάντα και παντού, ποια είναι η θέση του βιβλίου;

Μπορώ να μιλήσω μόνο για μένα. Το βιβλίο, από πολύ μικρή ηλικία, είχε ξεχωριστό ρόλο στη ζωή μου. Μου αρέσει να το μυρίζω, δεν σημειώνω ποτέ επάνω στα βιβλία, δεν τσακίζω τις σελίδες, διαλέγω τους σελιδοδείκτες ανάλογα με το θέμα του βιβλίου και πάντα έχω δίπλα στο κρεβάτι μου βιβλία «σε αναμονή». Μου αρέσει να κάνω και να μου κάνουν δώρο βιβλία. Είναι πολύτιμα. Ο κόσμος του βιβλίου είναι ένας κόσμος μοναδικός για τον καθένα. Το ίδιο βιβλίο, εάν το διαβάσουν πέντε άνθρωποι δεν θα σου πουν τα ίδια πράγματα και αυτό είναι συναρπαστικό. Εκτός από τις οθόνες και την τεχνολογία, το κύριο που λείπει στην εποχή μας είναι ο χρόνος. Ίσως γι’ αυτό να επιστρέφουμε και σε πιο μικρές φόρμες, όπως της νουβέλας που είναι ο «Εισβολέας», και τις μικρο-ιστορίες όπως είναι αυτές που μοιραζόμαστε στο «ΠαΤάρι», το λογοτεχνικό free press περιοδικό της πόλης μας, που έχω την τιμή να ανήκω στη συντακτική του ομάδα. Γεννήθηκε από την αγάπη για τη γραφή και οι λέξεις μιας ομάδας -επτά ανθρώπων- ταξιδεύουν μία φορά το τρίμηνο με ένα κοινό θέμα και έναν επισκέπτη συγγραφέα. Είμαι περήφανη που κλείσαμε ένα χρόνο κυκλοφορίας, με πέντε τεύχη, και θετικό πρόσημο όσον αφορά την ανταπόκριση του κόσμου. Είναι μια ελπίδα ότι συνεχίζουμε να αγαπάμε την έγχαρτη μορφή ανάγνωσης.

Η προσωπική σας πορεία είναι συνυφασμένη με το θέατρο. Από την υποκριτική και τη σκηνοθεσία μέχρι την οργάνωση παραγωγών και τη δραματουργική επεξεργασία, πώς συνδέονται αυτές οι εμπειρίες με τη στροφή σας στη λογοτεχνία;

Δεν συνδέονται απλώς, αλληλεπιδρούν. Είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Το θέατρο είναι η μεγάλη μου αγάπη και νιώθω ευγνώμων που τόσα χρόνια αποτελεί το αντικείμενο της εργασίας μου. Από την αρχή ήθελα να ασχοληθώ με το θέατρο. Όχι απαραίτητα να γίνω ηθοποιός. Δεν μου έλειψε ποτέ η σκηνή. Όταν όμως γινόταν και αυτό, ήταν μαγικό. Αγαπώ να βλέπω θέατρο και τα τελευταία χρόνια βουτώ διαφορετικά στα κείμενα. Τα μελετώ. Όλα θέλουν μια διαρκή εκπαίδευση, σκληρή δουλειά και τόλμη για νέα ξεκινήματα. Την πορεία που περιγράφεται τη νιώθω σαν τα αλλεπάλληλα σπιράλ της ζωής, που το ένα οδηγεί στο άλλο. Η λογοτεχνία και πόσο παραπάνω η συγγραφή ενός βιβλίου είναι ένας δρόμος μοναχικός. Όταν όμως φτάνει στην έκδοση, εκεί θέλεις ανθρώπους δίπλα σου, να πιστέψουν σ’ εσένα, να τους συμβουλευτείς, αλλά πάνω απ’ όλα να τους ακούσεις και να μάθεις.

Ασχοληθήκατε και με τη διασκευή-δραματουργική επεξεργασία του έργου «Η αγάπη άργησε μια μέρα». Η επιτυχία ήταν τόσο μεγάλη, ώστε η παράσταση ανεβαίνει για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά φέτος. Τι άφησε αυτή η συγγραφική εμπειρία μέσα σας;

Η πρώτη μου συνάντηση με αυτό το σπουδαίο βιβλίο της Λιλής Ζωγράφου έγινε στα 19, όταν μου το έκανε δώρο μια φίλη. Τότε, γνώρισα αυτή τη σπουδαία συγγραφέα και ακτιβίστρια. Μια ασυμβίβαστη φωνή. Σκληρή επικρίτρια της πατριαρχίας, της υποκρισίας της θρησκείας και της «Αγίας Οικογένειας». Με λόγο αιχμηρό και βαθιά βιωματικό. Με συγκλόνισε από την πρώτη στιγμή. Όταν ήρθε η πρόταση για τη διασκευή του βιβλίου αποτέλεσε μεγάλη πρόκληση για μένα. Πιστεύω ότι ο λόγος της μεγάλης επιτυχίας της παράστασης είναι καταρχάς η ευρηματική σκηνοθεσία του Ένκε Φεζολλάρι, που συνάδει απόλυτα με τον λόγο της Λιλής Ζωγράφου, αλλά και οι σπουδαίες πρωταγωνίστριες του έργου. Είναι ένα έργο που ακουμπά στις ψυχές μας. Δεν σας κρύβω ότι κάθε φορά που το βλέπω, συνεχίζω να το μελετώ. Θεωρώ ότι ακόμα έχει πράγματα να μου δώσει, καθώς η πολυπλοκότητα του έργου είναι ίδια με τη ζωή. Πάντα θα έχει κάτι να μας εκπλήξει. Είναι σαν «το ταξίδι» να μην έχει φτάσει στο τέλος του. Συγκινούμαι αφάνταστα όταν στο τέλος της παράστασης εμφανίζεται στο σκηνικό το πορτρέτο της Λιλής Ζωγράφου σε βίντεο. Εκεί νιώθω σαν να της «ανάβουμε ένα κερί», μαζί με ένα μεγάλο ευχαριστώ.

Τώρα που ολοκληρώσατε το πρώτο σας βιβλίο, ποια είναι τα επόμενα βήματά σας;

Το βιβλίο συνεχίζει το ταξίδι του. Έχω συμμετοχή σε ακόμα μια έκδοση ενός συλλογικού βιβλίου με τίτλο «Αν μιλούσαμε, θα μελαγχολούσαμε» – Ιστορίες χρώματος, που είναι οι ιστορίες που παράχθηκαν στη διάρκεια των μαθημάτων δημιουργικής γραφής και εκδόθηκαν από την Τρι.ενα Πολιτισμού. Με το ΠαΤάρι σχεδιάζουμε τις επόμενες δράσεις μας. Θα έχουμε και νέες συμπράξεις στα επόμενα τεύχη #6 και #7, που θα ανακοινώσουμε σύντομα. Παράλληλα συνεχίζω να ασχολούμαι με τη συγγραφή θεατρικών έργων και είμαι ευγνώμων που το επόμενό μου θεατρικό, «Φάκελος Μέριλιν Μονρόε: Κωδικός Erase», βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο των προβών, με σκηνοθέτη και πάλι τον Ένκε Φεζολλάρι, και θα κάνει πρεμιέρα στο ΚΘΒΕ. Ένα έργο που προσπαθεί να φωτίσει την εύθραυστη ψυχοσύνθεση της μεγάλης σταρ του κινηματογράφου και της γυναίκας πίσω από τον μύθο. Καταπιάνομαι και με τη συγγραφή ενός νέου βιβλίου αλλά είναι ακόμα πρωτόλειο το υλικό του. Ειλικρινά δεν μπορώ να σχεδιάσω, ούτε να προβλέψω τι μου επιφυλάσσει το μέλλον, αλλά ελπίζω να παραμείνω ανοιχτή και να το καλοδεχτώ, ό,τι και να ’ναι. Κι όπως έλεγε και η Σκάρλετ Ο. Χάρα: «Αύριο ξημερώνει μια καινούργια ημέρα».

Ο Εισβολέας
Συγγραφέας: Ροδή Στεφανίδου
Επιμέλεια: Καλλιόπη Πασιά
Διαθέσιμο από τις Εκδόσεις Τρι.ενα πολιτισμού

Συνέντευξη στη Λία Κατσανά