
Αν ρωτήσουμε ένα μικρό παιδί τι σημαίνει «σε λίγο» το πιθανότερο είναι να λάβουμε πολύ χαριτωμένες αφοπλιστικές απαντήσεις.
Για πολλά παιδιά το «σε λίγο» σημαίνει τώρα, αύριο, κάποτε ή…ποτέ! Αυτό συμβαίνει γιατί τα παιδιά δεν ζουν με το «ενήλικο» ρολόι, αλλά σε έναν δικό τους μοναδικό χρόνο γεμάτο συναίσθημα, περιέργεια, προσμονή, απουσία ή παρουσία. Κι αυτός ο χρόνος, που τόσο συχνά εμείς οι ενήλικες άθελά μας προσπερνάμε, είναι τελικά το πιο πολύτιμο κομμάτι στο μεγάλωμά τους.
Στην εποχή των γρήγορων ρυθμών, έχουμε μάθει να μετράμε τον χρόνο με βάση την δραστηριότητα. Πόσες υποχρεώσεις διευθετήθηκαν, πόση δουλειά βγάλαμε, πόσα «πρέπει» προλάβαμε. Για τα παιδιά ωστόσο ο χρόνος είναι βίωμα. Είναι το παιχνίδι που δεν θέλουν να τελειώσει ποτέ, η αναμονή μέχρι να επιστρέψει η μαμά από τη δουλειά, το «πόσο αργεί το αύριο» πριν την εκδρομή και πότε είναι τέλος πάντων αυτό το απόγευμα. Ήρθε επιτέλους;;; Ζουν στο τώρα, και αυτό είναι η μόνη τους πραγματικότητα. Ο Τριβιζάς σε μια ωραία ιστορία του συμβουλεύει τα παιδιά όταν θέλουν κάτι πολύ να κάνουν πως δεν το περιμένουν για να έρθει πιο γρήγορα, αλλιώς…
Η αναπτυξιακή ψυχολογία από την επιστημονική σκοπιά μάς ενημερώνει ότι τα παιδιά μέχρι περίπου τα 6–7 χρόνια δεν μπορούν να συλλάβουν τον χρόνο ως αφηρημένη έννοια. Δεν μπορούν να υπολογίσουν τα πέντε λεπτά ή τις μέρες. Αντίθετα, οργανώνουν τον χρόνο μέσα από την καθημερινή ρουτίνα: το φαγητό, το σχολείο, το συμμάζεμα μετά το παιχνίδι, το παραμύθι πριν τον ύπνο. Η σταθερότητα των επαναλήψεων τούς δίνει μια αίσθηση προβλεψιμότητας και τελικά ασφάλειας. Μέσα από τις ρουτίνες, το παιδί χτίζει την αίσθηση του χρόνου.
Κι όμως, πόσο εύκολα διαταράσσουμε αυτή τη συνέχεια χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Ακυρώνουμε σχέδια, καθυστερούμε, αλλάζουμε προγράμματα, «ξεχνάμε» υποσχέσεις που για εμάς είναι μικρές, αλλά για εκείνα τεράστιες. Για ένα παιδί, το «θα έρθω σε λίγο» αποκτά συναισθηματικό βάρος. Μετράει το αν μπορεί να μας εμπιστευθεί. Κάθε φορά που ο λόγος μας δεν τηρείται, ο χρόνος χάνει την ασφάλειά του και μετατρέπεται σε ανασφάλεια.
Θυμάμαι το παιδί μιας φίλης που είχε κόψει όλα τα ποδαράκια της κυρά Σαρακοστής, γιατί έτσι θα ερχόταν πιο γρήγορα το Πάσχα. «Η μαμά λέει ότι το Πάσχα θα έρθει γρήγορα, αλλά το “γρήγορα” της μαμάς είναι πολύ μεγάλο». Αυτή η φράση περιλαμβάνει όλη την εμπειρία του παιδιού απέναντι στον χρόνο. Αν η μαμά ή ο μπαμπάς καθυστερήσουν να επιστρέψουν από την δουλειά συχνά δεν είναι χρονική ασυνέπεια, αλλά συναισθηματικό στρες για το παιδί.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι γονείς πρέπει να είμαστε τέλειοι ή να μετράμε κάθε λεπτό. Τα παιδιά πρέπει να έρχονται σταδιακά αντιμέτωπα και με ορισμένες ματαιώσεις. Ωστόσο σημαίνει ότι χρειάζεται να είμαστε παρόντες μέσα στον χρόνο που έχουμε. Ένα δεκάλεπτο ποιοτικής παρουσίας είναι καλύτερο από μια μέρα φυσικής παρουσίας ενός γονέα που είναι συναισθηματικά απών. Το παιδί δεν θυμάται τόσο την ποσότητα του χρόνου που περάσαμε μαζί, αλλά πώς τον περάσαμε (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μετράει και η ποσότητα).
Ζούμε σε μια κοινωνία που βιάζεται. Τα παιδιά μας έχουν προγράμματα πιο γεμάτα από τα δικά μας. Πάρα πολλές δραστηριότητες, οθόνες, μαθήματα, φροντιστήρια. Όμως τα παιδιά χρειάζονται και χρόνο άδειο. Χρόνο να βαρεθούν, να ονειροπολήσουν, να μην κάνουν τίποτα. Αυτές οι φαινομενικά μη δημιουργικές στιγμές είναι στην πραγματικότητα εξαιρετικά δημιουργικές. Εκεί γεννιούνται οι σκέψεις, η πρωτοτυπία, οι ιδέες, η φαντασία, η εσωτερική φωνή. Αν ο χρόνος του παιδιού είναι πάντα γεμάτος από κάτι, δεν προλαβαίνει ποτέ να έρθει σε επαφή με τον εαυτό του.
Ο τρόπος που εμείς οι ενήλικες διαχειριζόμαστε τον χρόνο, γίνεται το μοντέλο μίμησης μέσα από το οποίο το παιδί θα μάθει να τον ζει. Αν μας βλέπει συνεχώς αγχωμένους να τρέχουμε πανικόβλητοι, τότε δυστυχώς μαθαίνει ότι ο χρόνος είναι εχθρός. Όλοι τρέχουμε, ωστόσο αν απολαμβάνουμε μικρές στιγμές, σταματάμε για ένα παιχνίδι ή μια αγκαλιά, τότε μαθαίνει ότι ο χρόνος είναι φίλος, είναι χώρος για να χτίζουμε σχέσεις.
Πολλές φορές οι γονείς αναρωτιόμαστε πώς να μάθουμε στα παιδιά μας την αξία της υπομονής. Αυτό λοιπόν μαθαίνεται με την αυθεντική παρουσία και συνέπεια. Το παιδί μαθαίνει τον χρόνο όχι από τα λόγια, αλλά από το πώς τον βιώνουμε εμείς. Αν εμείς μπορούμε να σταθούμε ήρεμοι στο μποτιλιάρισμα, στην αίθουσα αναμονής, να κρατάμε τον λόγο μας και να δίνουμε σταθερό ρυθμό στην καθημερινότητα, τότε σιγά-σιγά θα το κατακτήσει και το παιδί.
Ο χρόνος, τελικά, είναι το πιο πολύτιμο δώρο που μπορούμε να κάνουμε σε ένα παιδί, γιατί είναι φορέας σχέσης. Είναι το μέσο μέσα από το οποίο το παιδί μαθαίνει την εμπιστοσύνη, την ασφάλεια, την αίσθηση ότι ανήκει κάπου.
Αν αξίζει να κρατήσουμε κάτι ως γονείς, παιδαγωγοί ή θεραπευτές, είναι ότι η χρονική στιγμή που αξίζει περισσότερο από όλες, είναι το τώρα. Το παρόν που ζούμε μαζί του, με αληθινή παρουσία. Γιατί αυτό το τώρα είναι ο χρόνος που μένει μέσα του για πάντα.
ΓΡΑΦΕΙ: Άλκηστις Κεπαπτσόγλου, Ψυχολόγος

