
Κρέοντας, Βασιλιάς Ληρ, Προμηθέας Δεσμώτης. Αυτό είναι ένα μικρό μόνο δείγμα των ρόλων που έχει υποδυθεί ο Νικήτας Τσακίρογλου στη διάρκεια της εξηντάχρονης θεατρικής του καριέρας. Φέτος, για δεύτερη συνεχή χρονιά, ενσαρκώνει τον μεγάλου μαέστρου Βίλχελμ Φουρτβένγλερ στην «Προσωπική Συμφωνία» του Ρόναλντ Χάργουντ, η οποία παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη και στο Θέατρο Κολοσσαίον από τις 25 Σεπτεμβρίου έως και τις 6 Οκτωβρίου. Ο σπουδαίος ηθοποιός μίλησε στο praximag.gr για τον περίπλοκο ρόλο που υποδύεται αλλά και για τον επίκαιρο χαρακτήρα μίας παράστασης που αναδεικνύει τη σύνδεση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν της ανθρωπότητας.
Έπειτα από μία επιτυχημένη χρονιά στο «Από Μηχανής Θέατρο», η «Προσωπική Συμφωνία» ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη ενώ θα συνεχιστεί για άλλη μία χρονιά στην αθηναϊκή θεατρική σκηνή. Ποια στοιχεία της παράστασης θεωρείτε ότι την έκαναν να ξεχωρίσει και να αγαπηθεί από το κοινό;
Πιστεύω ότι το θέμα του έργου είναι επίκαιρο, αφού ο Ρόναλντ Χάργουντ, ο συγγραφέας του έργου, πραγματεύεται το δίλημμα σχετικά με τη θέση που παίρνει ο καλλιτέχνης απέναντι στους χώρους της τέχνης και της πολιτικής. Επιπλέον, το έργο βασίζεται σε πραγματικά ντοκουμέντα από το ημερολόγιο που κράτησε ο Φουρτβένγλερ και που έφτασε στα χέρια του σπουδαίου Άγγλου συγγραφέα. Προσωπικά, είχα την τύχη να παίξω παλαιότερα στον «Αμπιγιέρ» του Χάργουντ, μαζί με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, την Ελένη Χατζηαργύρη, τον Τίμο Περλέγκα και πολλούς άλλους σπουδαίους ηθοποιούς. Όπως και τότε, έτσι λοιπόν και σε αυτή την παράσταση, συμμετέχει μία ομάδα σημαντικών ηθοποιών, οι οποίοι στηρίζουμε το έργο, το κατανοούμε, και μέσα από αυτήν ακριβώς την κατανόηση προσπαθούμε να εκφράσουμε τα πολλαπλά μηνύματα του κειμένου.
Στο έργο υποδύεστε τον Βίλχελμ Φουρτβένγλερ, έναν από τους πιο σημαντικούς μαέστρους και συνθέτες του 20ου αιώνα. Πώς προσεγγίσατε έναν ρόλο που βασίζεται σε πραγματικό πρόσωπο;
Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Αμερικανοί είχαν καταλάβει το Βερολίνο και εξέταζαν κατά πόσο ορισμένοι εξέχοντες άνθρωποι, μεταξύ των οποίων και ο Φουρτβένγλερ, έλαβαν μέρος στο Ναζιστικό κίνημα της εποχής. Ο Φουρτβένγλερ αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους μαέστρους όχι μόνο της εποχής του αλλά και όλων των εποχών, και δεν είναι τυχαίο πως το άγαλμά του βρίσκεται ακόμα και σήμερα έξω από την Όπερα της Βιέννης. Συνεπώς, στην προσπάθεια ανάλυσης και παρουσίασης ενός τέτοιου ρόλου, πάντοτε προχωρώ με βάση το κείμενο, ωστόσο βασίζομαι και σε στοιχεία της εποχής εκείνης στην οποία θέλουμε ως παράσταση να είμαστε πιστοί.

Η σχέση ανάμεσα στην τέχνη και την πολιτική αποτελεί ένα από τα κεντρικά ζητήματα της «Προσωπικής Συμφωνίας». Ως ηθοποιός, πώς βλέπετε την αλληλεπίδραση ή ακόμα και την πιθανή εμπλοκή μεταξύ των δύο;
Αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο θέμα του έργου. Πάντοτε υπάρχει αυτό το δίλημμα και το αντιμετωπίζουμε όλοι οι καλλιτέχνες, κατά πόσο δηλαδή πρέπει να μετέχουμε στα πολιτικά πράγματα ή να μένουμε εκτός για να μην κατηγορηθούμε. Πρόσφατα, είχαμε την περίπτωση του Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος εξέφρασε τη δική του άποψη πάνω στην υπόθεση των Πρεσπών και βρέθηκε στα συλλαλητήρια που πραγματοποιήθηκαν για το ζήτημα αυτό. Και έχει σημασία διότι ο λόγος και η άποψή του φέρουν μια ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο κάθε καλλιτέχνης ζει σε έναν χώρο, σε μία πατρίδα και σε μία εποχή στην οποία, όσο και να θέλει, δεν μπορεί να στέκεται αμέτοχος απέναντι σε αυτά που συμβαίνουν. Πολλές φορές, είτε η πολιτική η ίδια είτε τα κόμματα τους προσεταιρίζονται με σκοπό να αποκτήσουν οπαδούς, αφού ξέρουν ότι αυτά τα σημαντικά και ξεχωριστά άτομα θα παρασύρουν μαζί τους και άλλους ανθρώπους του λαού. Στην περίπτωση του έργου, ο Φουρτβένγλερ όχι μόνο είναι αθώος, αλλά βοήθησε στην απόδραση πολλών Εβραίων – καλλιτεχνών και μη – που είχαν κατηγορηθεί και κυνηγηθεί για να εγκλειστούν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Προσπάθησε να δείξει ότι αγαπά την τέχνη του και δεν έλαβε μέρος στα τραγικά πράγματα που συνέβαιναν μιας και δεν είχε καμία σχέση με την πολιτική. Ωστόσο, ο Χίτλερ ήταν λάτρης του μαέστρου, παρακολουθούσε όλες τις συναυλίες του και μάλιστα τον συνεχάρη προσωπικά, γεγονός που, όσο και να ήθελε, δεν άφηνε τον Φουρτβένγλερ να μείνει έξω από τα πράγματα.
Το έργο διαδραματίζεται στο Βερολίνο, λίγο μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και το σκηνικό χαρακτηρίζεται έντονα από τα ερείπια και την καταστροφή που άφησε πίσω του ο πόλεμος. Πιστεύετε ότι έχει διδαχθεί η ανθρωπότητα από τα λάθη του παρελθόντος;
Δεν θα έπρεπε; Ξέρετε, επειδή κάθε καλοκαίρι συμμετέχω σε αρκετές αρχαίες τραγωδίες, όταν έρχεται ο καιρός να μελετήσω αυτά τα αριστουργήματα – όπως για παράδειγμα τους Πέρσες ή την Αντιγόνη, τα οποία είναι στην ουσία τους πολιτικά έργα και αναδεικνύουν την αδιαμφισβήτητη πολιτική στάση του θεάτρου – σκέπτομαι τα ζητήματα που έθιξαν οι συγγραφείς τους στο παρελθόν και συμπεραίνω ότι αυτοί οι άνθρωποι τα λένε και τα ξαναλένε, αλλά η ανθρωπότητα δεν βάζει μυαλό. Είναι σαν να θέλει να κλείσει τα αυτιά της απέναντι σε αυτά τα ισχυρά μηνύματα που θέλουν να μας μεταδώσουν οι συγκεκριμένοι συγγραφείς, στους οποίους φυσικά ανήκει και ο Χάργουντ. Ωστόσο, οι άνθρωποι δεν θέλησαν ούτε να ενστερνιστούν, ούτε να καταλάβουν αυτά τα μηνύματα ή να τα θέσουν στην πράξη.
Στη διάρκεια του έργου, ο συνταγματάρχης Άρνολντ (Αλέξανδρος Μπουρδούμης) εμφανίζεται αποφασισμένος να αποδείξει την ύπαρξη δεσμών ανάμεσα στον χαρακτήρα σας και το καθεστώς. Κατά πόσο ακολουθούμε έναν παρόμοιο τρόπο σκέψης για να επιβεβαιώσουμε τα στερεότυπα που σχηματίζουμε για άλλα πρόσωπα ή κοινωνικές ομάδες;
Δυστυχώς οι «Ιεροεξεταστές» έτσι ενεργούν, όπως δρα στην προκειμένη περίπτωση ο Αμερικανός συνταγματάρχης. Ως έργο, η σημασία της «Προσωπικής Συμφωνίας» βρίσκεται στο ότι δεν κάνει κήρυγμα στον θεατή. Αντιθέτως, προσπαθεί μέσα από την πράξη και τα ανθρώπινα στοιχεία να δείξει πώς σώνει και καλά ορισμένοι προσπαθούν να ενοχοποιήσουν άλλους ανθρώπους για να μπορέσουν να υποστηρίξουν τη δική τους ιδεολογία. Στην περίπτωση του Φουρτβένγλερ, βλέπουμε τον βασανισμό αυτού του σπουδαίου μουσικού, αυτού του αθώου ανθρώπου, επειδή οι Αμερικανοί οπωσδήποτε θέλουν να βρουν ενοχοποιητικά στοιχεία εναντίον του. Αυτό δεν συμβαίνει και τώρα, είτε κάποιος είναι Έλληνας, Αμερικανός ή Ευρωπαίος; Πέρα από αυτό, όμως, εδώ ο συγγραφέας παρουσιάζει και τη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο κουλτούρες, την αμερικάνικη και την ευρωπαϊκή. Σε κάθε περίπτωση, δυστυχώς ή ευτυχώς, η θεματική του έργου είναι ζωντανή και επίκαιρη. Αλλά η ανθρωπότητα δεν βάζει μυαλό, επαναλαμβάνει τα λάθη της.

Έχετε συνεργαστεί πολλές φορές με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, ενώ παλαιότερα είχατε αναλάβει και τον ρόλο του καλλιτεχνικού διευθυντή. Πώς αισθάνεστε που επιστρέφετε στην Θεσσαλονίκη με τη συγκεκριμένη παράσταση;
Για μένα η Θεσσαλονίκη είναι μοιραία πόλη. Παρόλο που γεννήθηκα στην Αθήνα, υπηρέτησα την πόλη και σαν απλός ηθοποιός από το 1965 έως το 1973, ενώ το 2004 έως το 2009 υπήρξα καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚΘΒΕ. Την αγαπώ την Θεσσαλονίκη, έχει ωραίους ανθρώπους και, σε σχέση με την Αθήνα, την θεωρώ ως μία πολιτισμική πόλη. Νομίζω ότι μαζί της με συνδέει και αυτό το μικρασιατικό στοιχείο, καθώς η καταγωγή του πατέρα μου ήταν από την Κωνσταντινούπολη και η οικογένειά του βρέθηκε διωγμένη όπως πολλές άλλες λόγω του πολέμου. Ως εγγράμματος άνθρωπος, ο παππούς μου δεν είχε κάποια σχέση με τη γη και, καθώς δεν μπορούσε να εργαστεί όπως επιθυμούσε, έφυγε από τη ζωή εξαιτίας της κατάθλιψης. Το αναφέρω αυτό ως ένα μόνο παράδειγμα των δεινών που φέρνει ο πόλεμος, είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί στην ανθρωπότητα. Ευτυχώς για εμάς στην Ελλάδα, ζούμε σε μία περίοδο ειρήνης και αυτό είναι κάτι που πρέπει να το εκτιμήσουμε και να το συντηρήσουμε.
Τι αναμνήσεις έχετε από την εποχή που βρισκόσασταν στην πόλη;
Όταν μου προτάθηκε η θέση του διευθυντή το 2004, λόγω της θητείας που είχα σαν ηθοποιός στο ΚΘΒΕ, συμμετείχα σε μία σειρά παραστάσεων που δεν μπορούσα να αφήσω έτσι απλά. Ένιωθα μία υποχρέωση απέναντι στο κοινό και θεωρούσα ότι έπρεπε να τελειώσω πρώτα με τις παραστάσεις. Έτσι, αποφάσισα να κάνω αυτή τη θυσία. Θυμάμαι χαρακτηριστικά να πηγαίνω στη Λάρισα, στο Βόλο και σε άλλες πιάτσες που πραγματοποιούνταν παραστάσεις, και το πρωί να βρίσκομαι στο γραφείο για να ασκήσω τα καθήκοντα του διευθυντή. Είχαμε πολλές επιτυχημένες παραστάσεις, όπως ήταν ο Βασιλιάς Ληρ, ωστόσο το 2009 όταν και ζητήθηκε η παραίτησή μου, είχε πλέον φτάσει το πλήρωμα του χρόνου. Ουσιαστικά έληγε η θητεία μου και είχε έρθει πια ο καιρός να επιστρέψω στην Αθήνα.
Ποια είναι η σχέση σας με τους νεότερους ηθοποιούς της παράστασης; Σας προσεγγίζουν για να ζητήσουν συμβουλές ή βοήθεια;
Είμαστε ένας πολύ καλός θίασος, μονοιασμένος, με παλιούς και νέους ηθοποιούς. Οι νεότεροι δείχνουν έναν σεβασμό στην παράσταση και την προσέχουν πολύ. Αυτό τον αέρα τον αισθάνθηκα πρόσφατα και στον «Προμηθέα Δεσμώτη», δηλαδή έναν σεβασμό απέναντι στο παρελθόν από τους νεότερους, και αυτό είναι κάτι που πρέπει να το μάθουν από τις δραματικές σχολές στις οποίες φοιτούν. Ο σεβασμός αυτός ισχύει τόσο για την αξία και τον προσωπικό τους μόχθο, αλλά και για τον μεγαλύτερο κόπο που έχουν κάνει οι παλιότεροι για να φτάσουν εκεί που έφτασαν.
Έχοντας πάνω από 60 χρόνια εμπειρίας στον χώρο, τι ζητάτε πλέον από τον εαυτό σας ως ηθοποιό;
Από τον εαυτό μου τώρα δεν ζητώ τίποτα παραπάνω, αισθάνομαι πλήρης. Κάποια στιγμή που θα τελειώσει όλο αυτό θα θέλω να φύγω, αλλά να φύγω με αξιοπρέπεια. Δηλαδή, από την ώρα που θα αισθανθώ ότι το σώμα μου δεν θα με ακολουθεί και το πνεύμα μου δεν θα ανταπεξέρχεται σε όσα απαιτούν οι ρόλοι, θα έχω την επίγνωση – και τη σοφία αν θέλετε – να το εγκαταλείψω. Το θέατρο μου είναι απαραίτητο, γιατί συνιστά μία ζωογόνο δύναμη αυτή τη στιγμή, και για το λόγο αυτό το υπηρετώ και θα εξακολουθώ να το υπηρετώ. Φυσικά, η απόφασή μου εξαρτάται και από άλλους ανθρώπους, αλλά εμπιστεύομαι την κρίση του κοινού, το οποίο με κάνει να αισθάνομαι ένας ηθοποιός «πανέλλην», ειδικά από τη στιγμή που κατά καιρούς μου δίνεται η ευκαιρία να γυρίσω όλη την χώρα και να παρουσιάσω τις ικανότητές μου σε αυτή την τέχνη.
Με βάση ποια κριτήρια αξιολογείτε την επιτυχία μίας παράστασής σας;
Κακά τα ψέματα, βασικό κριτήριο επιτυχίας αποτελεί η προσέλευση του κόσμου. Μας ενδιαφέρει το κοινό, διότι αυτό που κάνουμε απευθύνεται στο λαό μας, και έγνοιά μας είναι η όσο το δυνατόν καλύτερη παρουσία και υποστήριξη του έργου που υπηρετούμε.
Υπάρχει κάποια στιγμή στην πορεία σας που έχετε ξεχωρίσει ιδιαίτερα; Αν ναι, για ποιους λόγους;
Πραγματικά δεν μπορώ να ξεχωρίσω μόνο μία. Κατά τη διάρκεια της καριέρας μου, είχα την χαρά και την τύχη να βρεθώ με τον συμμαθητή μου, τον Σπύρο Ευαγγελάτο, ο οποίος έκανε μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες. Επίσης, θυμάμαι τον Φάουστ που ανεβάσαμε με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, τον Κάσπαρ του Χάντκε με το Εθνικό Θέατρο, και πολλές άλλες παραστάσεις από όλα τα είδη του θεάτρου.
Τέλος, υπάρχει κάποια συνεργασία που θα θέλατε να πραγματοποιήσετε και δεν έχει προκύψει ακόμη;
Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει ένας ρόλος που με περιμένει, ο Οιδίπους επί Κολονώ. Δεν τον επιδιώκω, κατά καιρούς έχω κάνει νύξεις, αλλά θέλω να είμαι ώριμος όπως ήταν ο Αλέξης Μινωτής όταν τον υποδύθηκε με μοναδικό τρόπο. Για μένα ήταν μεγάλος δάσκαλος, είχα την τύχη να βρεθώ δίπλα του σε αρκετές παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου και ήταν ο άνθρωπος που μου έμαθε πόσο σημαντικό είναι να αγαπάς αυτό που κάνεις και να θυσιάζεσαι για αυτό.
Συνέντευξη στη Λία Κατσανά


Leave a Reply