
Από τη µαταίωση του δυτικού ανθρώπου έως την πολιτική λειτουργία του θεάτρου, ο ηθοποιός Μανώλης Μαυροµατάκης περιδιαβαίνει µε έναν βαθιά συνειδητοποιηµένο, σχεδόν φιλοσοφικό λόγο τα µονοπάτια της κουβέντας µας. Αφορµή είναι η νέα, µεγάλη παραγωγή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος στην οποία συµµετέχει, οι «Τρεις αδελφές» του Αντόν Τσέχωφ.
Aς ξεκινήσουµε την κουβέντα µας µιλώντας για τον δικό σας ρόλο στην παράσταση. Ποιο πρόσωπο υποδύεστε;
Υποδύοµαι έναν στρατιωτικό γιατρό, τον Τσεµπουτίκιν, που ζει στο σπίτι των Τριών αδελφών, νοικιάζει εκεί κάποιο δωµάτιο, και είναι µάλλον ο πατέρας της Ειρήνας, της µικρότερης. Ο Τσέχωφ έλεγε στον Στανισλάφσκι (Ρώσος σκηνοθέτης που πρωτοπαρουσίασε το έργο στη Μόσχα το 1901), ότι «είναι όντως ο πατέρας της, αλλά εσύ µπορείς να κάνεις ό,τι θες, να το προβάλλεις ή να το κρύψεις». Η µέρα µε την οποία αρχίζει το έργο είναι σηµαδιακή, είναι το ετήσιο µνηµόσυνο του θανάτου του πατέρα τους και ταυτόχρονα, η γιορτή της Ειρήνας. Μέσα τους σα να θέλουν να αρχίσει µία νέα εποχή, να ξαναρχίσει η ζωή τους. Ο Τσεµπουτίκιν τους κάνει ένα πολύ ακριβό δώρο, ένα χρυσό σαµοβάρι. Συµβολική κίνηση, είναι σαν να δηλώνει ότι θέλει αυτός να είναι στο εξής η πατρική φιγούρα µες στο σπίτι. Εξαγοράζει, µε το σαµοβάρι, την αγάπη τους. Κατά τ’ άλλα, παρακολουθεί κυρίως, δεν πολυµιλάει, επεµβαίνει που και που µε χιούµορ, που σε πρώτη ανάγνωση φαίνεται άσχετο κι αλλόκοτο, αλλά εν τέλει µάλλον είναι σχετικό.
Ποιο χαρακτηριστικό του σας δυσκόλεψε περισσότερο στις πρόβες;
Αυτό ακριβώς, ότι είναι πολύ αποσπασµατική η λεκτική συµµετοχή του. ∆εν είναι εύκολο να είσαι στη σκηνή και απλώς να ακούς, ή και να µην ακούς. Απλώς να είσαι. Ο Τσεµπουτίκιν χαίρεται απλώς που είναι εκεί. Πρώτη φορά παίζω σε έργο του Τσέχωφ και πρώτη φορά αντιµετωπίζω σε τέτοιο βαθµό την πρόκληση του να υπάρχεις στη σκηνή απλώς και αυτό το απλώς να είναι σαν ταυτόχρονα να µην υπάρχεις. Συνεχής διαπραγµάτευση µε τον εγωισµό µας. Οι «Τρεις αδελφές» είναι ένα έργο συνόλου. ∆ε γίνεται να είσαι εκεί, αν αγνοήσεις έστω και για µια στιγµή ότι ανήκεις σε ένα σύνολο.
Έχουν ξανασυναντηθεί οι δρόµοι σας µε τον σκηνοθέτη Τσέζαρις Γκραουζίνις;
Ναι, και αισθάνοµαι προνοµιούχος κι ευτυχής γι’ αυτό. Έχουµε µεταξύ µας κώδικες, που στην ουσία είναι ο δικός του τρόπος. Τον εµπιστεύοµαι απόλυτα. Όλος ο θίασος τον εµπιστεύεται κι εκείνος χαίρεται γι’ αυτό, έτσι νοµίζω. ∆εν είναι απλό να αφήνεσαι σε κάποιον να σε οδηγήσει σε «επικίνδυνες» περιοχές. Όµως όταν σε έχει πείσει ότι ξέρει… Όχι µόνο µε τα λόγια του, την έµπνευσή ή τη καλλιέργειά του, µα κυρίως µε τον τρόπο του, το σιωπηλό του τρόπο, την υποµονή του, την ευγένεια και την εµπιστοσύνη που σου δείχνει και ο ίδιος.

Ο Αντόν Τσέχωφ έγραψε τις «Τρεις αδελφές» το 1900, στην αλλαγή του αιώνα και στη µετάβαση σε µια νέα εποχή. Η µαταίωση των προσδοκιών που υπάρχει στο έργο ως ιδέα αποτελεί έναν προποµπό όσων ακολούθησαν;
Ναι, έτσι είναι και όχι µόνο στο πολιτικό (Οκτωβριανή Επανάσταση, Πρώτος Παγκόσµιος Πόλεµος) αλλά και στο θεατρικό σκηνικό.
Θα έλεγε κανείς ότι η Όλγα, η Ειρήνα και η Μάσα περιµένουν το ταξίδι τους στη Μόσχα, όπως ο Βλαδίµηρος κι ο Εστραγκόν του Μπέκετ περιµένουν τον Γκοντό. Σα να περιµένουν να έρθει η Μόσχα προς αυτές. Αλλά το µόνο που τους έρχεται δεν είναι η ασφαλώς η Μόσχα, αλλά η ιδέα που έχουν για τη Μόσχα. Στροβιλίζονται γύρω από τον εαυτό τους.
Και για να επιστρέψουµε στο θέµα της µαταίωσης, το ζήτηµα δεν είναι µόνο να κλαιγόµαστε, γι’ αυτά που µαταιώθηκαν, αλλά να δούµε τι ήταν ακριβώς αυτά που µαταιώθηκαν. Ένα ψέµα µήπως; Κάτι που έµοιαζε πραγµατικό; Μήπως κατασκευάσαµε υπεκφυγές της πραγµατικότητας. ∆ε είναι ανάγκη να απαντήσουµε αµέσως. ∆εν είναι λίγα αυτά που δεν καταλαβαίνουµε ακόµα.
Μπορεί οι τρεις αδερφές, λοιπόν, να λένε στον εαυτό τους ένα ζωτικό ψεύδος για να κρύψουν µία οδυνηρή αλήθεια. Εσείς έχετε πει στον εαυτό σας κάποιο ανάλογο ψέµα;
Μα δεν µπορούµε και να βγάλουµε εντελώς οι άνθρωποι τις µάσκες µας. Γίνεται να κυκλοφορούµε συνεχώς µε τα εντόσθια έξω; Αυτή είναι η πιο άγρια αλήθεια µας! Τα ζωτικά µας ψέµατα, εκτός απ’ το να µας παραπλανούν, µας προστατεύουν κιόλας. Και είναι θέµα ακριβώς της κοινωνίας, δηλαδή πολιτικό, το πώς τα αξιολογεί, τι απορρίπτει και τι αποδέχεται, ποια ηθική διαλέγει τελικά. Όσο για τα µικρά µας ψεµατάκια τώρα, όσες φορές ήµουν στο τσακ να πω ένα τέτοιο ψέµα αλλά είπα την αλήθεια, µπορεί αυτό να είχε κάποιες επιπτώσεις, εγώ όµως ένιωσα πιο ανακουφισµένος. Γιατί συνδέθηκα καλύτερα µε µένα και έδωσα το στίγµα µου πιο καθαρά στον άλλον αλλά και στον εαυτό µου. Σηµασία πάντως έχει περισσότερο ο τρόπος και τα συµφραζόµενα που θα διαλέξεις για να πεις µια δύσκολη αλήθεια. Εκεί, κυκλοφορεί το νόηµα κυρίως, παρά στο ίδιο το περιεχόµενο.

Από την τελευταία φορά που βρεθήκατε στη Θεσσαλονίκη για ένα µεγάλο χρονικό διάστηµα πέρασαν 17 χρόνια. Πώς βλέπετε την πόλη σήµερα;
Μου φαίνεται πιο φωτεινή, πιο ανοιχτή και πιο χαρούµενη η πόλη τώρα. Και πιο ανέµελοι και καλοκάγαθοι οι άνθρωποι απ’ ό,τι στην Αθήνα. Και χαίροµαι που ζω τώρα εδώ και …κάνω και τη βόλτα µου στην παραλία. Νιώθω βεβαίως ένα σφίξιµο λιγάκι που µιλάω έτσι, µε δεδοµένη, όλη αυτή την πίεση των ηµερών µας και τις δυσκολίες που περνάµε. Μπορεί κάποιος να χαρακτήριζε ως ανεπίτρεπτη όλη ετούτη την ανεµελιά. Έχουµε και τον προτεσταντισµό µας! (γέλια).
Πιστεύετε ότι το θέατρο σας βοήθησε να γίνετε καλύτερος άνθρωπος;
Αν ισχύει αυτό, κυρίως θα οφείλεται στο γεγονός ότι στο θέατρο είσαι αναγκασµένος να συνεργαστείς. Μπορείς να είσαι τυπικός βεβαίως, αλλά έτσι η δουλειά δε γίνεται. Το απαιτεί η φύση της δουλειάς να ανοιχτείς, αλλά, απ’ την άλλη, αν συµβεί αυτό µπορεί να τσακωθείς, να παρεξηγηθείς, να εκτεθείς…
Ο Τσέχωφ θα µπορούσε να έχει γράψει ένα µυθιστόρηµα για τις τρεις αδελφές, κα οι άνθρωποι απλά να το διαβάσουν. Αλλά στο θέατρο πηγαίνουµε να δούµε τελικά ανθρώπους να δουλεύουνε µαζί, να κάνουν κάτι από κοινού. Οι άνθρωποι που έρχονται στο θέατρο, νοµίζω πως υποσυνείδητα αυτό έχουνε ανάγκη περισσότερο. Αυτή είναι κατά βάση και η πολιτική λειτουργία του, κατά τη γνώµη µου.
Info
Η παράσταση «Τρεις αδελφές» του Αντόν Τσέχωφ παρουσιάζεται από τις 9 Νοεµβρίου 2019 στο Θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, σε µετάφραση Γιώργου Σεβαστίκογλου και σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις.
Συνέντευξη στην Εύη Καλλίνη
Φωτογραφίες: Κώστας Αμοιρίδης
*Αναδημοσίευση απο το εξαμηνιαίο freepress περιοδικό του ΚΘΒΕ «ΠΡΑΞΗ» (Φθινόπωρο-XEIMΩΝΑΣ 2020)


Leave a Reply