Ηρώ Μουκίου: Η Λουντμίλα μας αναγκάζει να θυμίζουμε τι σημαίνει περιβάλλον, άνθρωπος και οτιδήποτε έμβιο

Τα ξημερώματα της 26ης Απριλίου 1986, ο πυρηνικός αντιδραστήρας στο Τσερνόμπιλ εξερράγη, αλλάζοντας για πάντα την ιστορία του πλανήτη. Μέτα από σχεδόν 35 χρόνια, οι ιστορίες της καταστροφής συνεχίζουν να μας συγκινούν και να μας υπενθυμίζουν πόσο εύθραυστος είναι πραγματικά ο πλανήτης μας. Μία από αυτές τις ιστορίες ζωντανεύει η Ηρώ Μουκίου στην παράσταση «Η Φωνή της Λουντμίλα», η οποία ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη και στο θέατρο Αυλαία στις 9 και 10 Μαρτίου. Μέσα από τον συγκλονιστικό μονόλογο της ηρωίδας της, η ηθοποιός παρουσιάζει την προσωπική εξομολόγηση μίας γυναίκας που έζησε από πρώτο χέρι την φρίκη του Τσέρνομπιλ, μιας φρίκης οι επιπτώσεις της οποίας παραμένουν αισθητές ακόμα και σήμερα.

Η «Φωνή της Λουντμίλα» είναι ένα έργο που καταπιάνεται με μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της ανθρώπινης ιστορίας, την έκρηξη του πυρηνικού αντιδραστήρα στο Τσέρνομπιλ. Για ποιο λόγο αποφασίσατε να συμμετέχετε στη συγκεκριμένη παράσταση;
Η οικολογική μου συνείδηση με ώθησε πρωταρχικά να πω ναι στη πρόταση του Άρη Μπαφαλούκα. Ο δεύτερος λόγος, ήταν η μαγεία να ερμηνεύεις μια πολύπαθη σύγχρονη ηρωίδα. Ο τρίτος λόγος ήταν η αξία του μονολόγου στο θέατρο. Η αναμέτρηση με τον εαυτό μου.

Πώς προσεγγίσατε τον χαρακτήρα της Λουντμίλα, ενός υπαρκτού προσώπου που βίωσε άμεσα τη φρίκη της καταστροφής; Τι είδος έρευνα χρειάστηκε να πραγματοποιήσετε για να ανταποκριθείτε στο ρόλο αυτό;
Η προσέγγιση έγινε με τη γνωστή διαδικασία της σύνθεσης ενός ρόλου, με την καθοδήγηση του σκηνοθέτη Άρη Μπαφαλούκα που ήξερε από την αρχή τι ήθελε να δείξει. Η έρευνα που κάναμε ήταν εκτεταμένη, μεθοδική και σχεδόν μακροχρόνια. Μέσα από ρεπορτάζ, συνεντεύξεις, ντοκιμαντέρ, ανακαλύπταμε όλο και περισσότερα στοιχεία. Η πιο δυνατή, όμως, πληροφορία ήταν η ίδια η συνέντευξη που είχε δώσει η Λουντμίλα στον Σουηδό δημοσιογράφο και σκηνοθέτη Γκούναρ Μπεργκντάλ.

Μέσα από το θέατρο, μπορεί ένας χαρακτήρας όπως η ηρωίδα σας να αποκτήσει μία πιο ποιητική διάσταση και να υπερβεί τον ωμό ρεαλισμό που της προσδίδουν οι αναμνήσεις του Τσέρνομπιλ;
Στο θέατρο υπάρχει και ο νατουραλισμός. Η ωμή πλευρά των πραγμάτων, χωρίς περιτύλιγμα. Εμάς μας οδήγησε η ίδια η ηρωίδα. Παρουσιάζουμε τη ζωή της σε τρείς φάσεις. Στο παρελθόν που έχει ρομαντισμό και ποιητική διάθεση, στο παρόν του περιστατικού -την ώρα που το βιώνει- ρεαλιστικά και στην φάση του σημερινού χρόνου που αποστασιοποιείται από το περιστατικό -όσο είναι δυνατόν- και δίνει συνέντευξη. Η τελευταία φάση της αφήγησης, η οποία παρεμβάλλεται ανάμεσα σε όλο το χρονικό φάσμα, εμπεριέχει ωμότητα .

Σε μία εποχή που η ανάγκη για περιβαλλοντική δράση μοιάζει πιο επιτακτική από ποτέ, πόσο επίκαιρο θεωρείτε ότι είναι το έργο;
Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που παίζεται αυτό το έργο μια δεκαετία. Κάθε φορά που λέμε να σταματήσουμε, συμβαίνει ένα άλλο τραγικό περιστατικό που κάνει άρση των αποφάσεών μας. Μας αναγκάζει να θυμίζουμε τι σημαίνει περιβάλλον, άνθρωπος και οτιδήποτε έμβιο. Δυστυχώς έχουμε γείτονες χώρες σε σεισμογενείς περιοχές που συνεχίζουν να χτίζουν πυρηνικά εργοστάσια. Έχουμε επίσης παραδείγματα επίδειξης δύναμης με πυρηνικά όπλα από πολλές χώρες. Η δική μας φωνή νιώθουμε ότι δεν πρέπει να σταματήσει να διακηρύττει ότι η πυρηνική ενέργεια δεν είναι οικονομική εναλλακτική και ακίνδυνη. Καλό θα ήταν να περιορίσουμε την ψεύτικες ανάγκες μας για ενέργεια και να στραφούμε στις ανανεώσιμες πηγές και όλα όσα επιβάλλεται να κάνουμε για έναν υγιή πλανήτη.

Μετά το τέλος της παράστασης, όταν θα έχουν φύγει οι θεατές, τι θα θέλατε να έχουν συγκρατήσει από την «Φωνή της Λουντμίλα»;
Θα ήθελα αφού κάποιοι θυμηθούν και κάποιοι άλλοι μάθουν για πρώτη φορά, να φύγουν γεμάτοι αισιοδοξία. Αυτό μαζί με το δυνατό ένστικτο επιβίωσης οδήγησαν και τη Λουντμίλα να παραμείνει ζωντανή. Ιδανικά οι θεατές θα νοιώσουν αυτό που έλεγε ο Ιπποκράτης «οι ακραίες αρρώστιες χρειάζονται ακραίες θεραπείες».

Ένα μεγάλο μέρος του κοινού σας γνώρισε μέσω της τηλεόρασης, ωστόσο τα τελευταία χρόνια ασχολείστε σχεδόν αποκλειστικά με το θέατρο. Τι παραπάνω σας έχει προσφέρει αυτή η στροφή;
Η τηλεόραση με σύστησε στον πολύ κόσμο σαφώς και θα ήταν άδικο να την απαξιώσω. Ωστόσο από το θέατρο ξεκίνησα και δεν σταμάτησα ποτέ να σκαλίζω την επιφάνεια με στόχο την εξέλιξη. Αυτή η μακροχρόνια διαδρομή μου πρόσφερε αμέτρητες χαρές και λύπες που συνθέτουν τον άνθρωπο που είμαι σήμερα.

Εκτός από τις υποχρεώσεις σας στο θέατρο, αφιερώνετε χρόνο στον εαυτό σας ή στην οικογένειά σας και ιδιαίτερα στην κόρη σας; Πώς βιώνετε τη σχέση σας μαζί της;
Δεν αποτελώ εξαίρεση. Το βιώνω όπως κάθε εργαζόμενη μητέρα και σύζυγος.

Αν δεν είχατε γίνει ηθοποιός, ποιο επάγγελμα πιστεύετε ότι θα επιλέγατε;
Θα ήθελα να ήμουν γιατρός χωρίς σύνορα.

Έχετε ανεβάσει πλήθος παραστάσεων στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Τι σας δένει με το κοινό της;
Δεν θέλω να λέω κλισέ πράγματα. Το κοινό της Θεσσαλονίκης όμως είναι όντως ξεχωριστό. Τρανή απόδειξη αυτού είναι ότι φέτος, ενώ η Αθήνα βρίσκεται εν μέσω κρίσης στα θέατρα, η Θεσσαλονίκη τα τροφοδοτεί, με την έννοια της δίψας για πνευματική τροφή που προσφέρει το θέατρο. Το κοινό της με αγκάλιασε και στα πρώιμα χρόνια και σε όλη τη διαδρομή. Ίσως γιατί ποτέ δεν κορόιδεψα. Πάντα οι προθέσεις μου ήταν ξεκάθαρες και αληθινές. Δεν βλέπω ευκαιριακά κανένα κοινό. Γι’ αυτό και θεώρησα ότι πρέπει να φέρω αυτή την παράσταση στη Θεσσαλονίκη.

Μετά τη «Φωνή της Λουντμίλα», τι νέο ακολουθεί;
Τα τελευταία χρόνια, προσπαθώ να κάνω βραχυπρόθεσμα σχέδια, γιατί υπάρχουν αστάθμητοι παράγοντες που ανατρέπουν τα πάντα. Στο άμεσο μέλλον λοιπόν, γίνονται ενέργειες να παρουσιαστεί η Λουντμίλα και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Τον Απρίλιο θα ξαναέρθω με τη παράσταση «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν» του Μπρεχτ σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη στο θέατρο Αυλαία.

Συνέντευξη στη Λία Κατσανά

Leave a Reply