Γιώργος Κιμούλης: «Η μοναξιά γίνεται πιο εκκωφαντική όταν υπάρχεις μαζί με έναν άλλο άνθρωπο»

Μπορούν πλέον οι άνθρωποι να ζήσουν πραγματικά μαζί; Αυτό το ερώτημα θέτει ο συγγραφέας Αλεξάντερ Γκέλμαν στο «Παγκάκι», ένα έργο που γράφτηκε πριν από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες και όμως παραμένει άκρως επίκαιρο και διαχρονικό. Σε αυτή την κωμικοτραγική ιστορία, τη δική του σκηνοθετική ματιά προσφέρει ο Γιώργος Κιμούλης, ο οποίος, μαζί με την Φωτεινή Μπαξεβάνη, παρουσιάζει την παράσταση στο κοινό της Θεσσαλονίκης από τις 16 έως τις 27 Οκτωβρίου, στο θέατρο «Αμαλία».

Το «Παγκάκι» συνιστά ένα έργο που έχει μεταφραστεί πολλές φορές και έχει ανεβεί σε πληθώρα θεατρικών σκηνών ανά τον κόσμο. Εσείς για ποιους λόγους επιλέξατε να παρουσιάσετε τη συγκεκριμένη παράσταση;
Επέλεξα τη συγκεκριμένη παράσταση για τον ίδιο λόγο που το κάνω πάντα. Ο τρόπος με τον οποίο διαλέγω να ανεβάσω ένα έργο σχετίζεται με το ίδιο του το θέμα. Με ενδιαφέρει αρχικά να αφουγκραστώ και να ακούσω ερωτήσεις για προβλήματα που υπάρχουν στον κοινωνικό μου χώρο αλλά και ερωτήματα που γεννιούνται σε εμένα, και στη συνέχεια εντοπίζω το έργο μέσω του οποίου θα θέσω νέες ερωτήσεις στο κοινό. Επομένως, δεν ξεκινώ ψάχνοντας να βρω πρώτα το έργο. Όταν παίζεις στο θέατρο, ουσιαστικά μιλάς δημόσια και απευθύνεσαι σε πολίτες αυτής της χώρας. Άρα το έργο πρέπει να έχει σχέση πάντοτε με ζητήματα που απασχολούν τόσο τους θεατές που έρχονται να παρακολουθήσουν την παράσταση, όσο και τον εαυτό σου ως καλλιτέχνη.

Σε ποια στοιχεία εντοπίζετε τη διαχρονικότητα του έργου;
Από την αρχαιότητα σχεδόν, ο άνθρωπος, ενώ ξέρει τι πρέπει να κάνει, δεν το κάνει. Στην αρχαία Ελλάδα η συμπεριφορά αυτή ονομαζόταν «ακρασία» και συνιστά μία «ασθένεια» από την οποία πάσχει η ανθρωπότητα όλους αυτούς τους αιώνες. Αν είχε βρεθεί η απάντηση στο ερώτημα του γιατί συμβαίνει αυτό, τότε θα είχε βρεθεί και η λύση. Συνεπώς, πιστεύω ότι η συνύπαρξη των ανθρώπων, η μοναξιά και η μοναχικότητα, η ψευδής προσπάθεια να πλησιάσεις τον άλλον – εννοώντας ότι εμφανιζόμαστε με ένα άλλο πρόσωπο από αυτό που είμαστε πραγματικά σε ανθρώπους που συστηνόμαστε για πρώτη φορά – είναι θέματα τα οποία εκ των πραγμάτων υπάρχουν διαχρονικά. Κι αν ένα έργο ασχολείται με άλυτα υπαρξιακά ζητήματα, τότε είναι φυσιολογικό να χαρακτηριστεί ως κλασικό, διότι κλασικό είναι ένα έργο που, όταν παίζεται, δημιουργεί στον θεατή την αίσθηση ότι γράφτηκε εκείνη ακριβώς τη στιγμή που παίζεται.

Το κείμενο γράφτηκε το 1983, λίγο πριν την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, σε μία περίοδο όπου η διαφθορά και το ψεύδος ήταν συνυφασμένα με την καθημερινότητα των ανθρώπων. Σήμερα κατά πόσο θεωρείτε ότι το ψέμα επιδρά στις ανθρώπινες σχέσεις;

Ο λαός λέει ότι «το ψέμα έχει κοντά ποδάρια». Κάποια στιγμή οι μάσκες πέφτουν, δεν γίνεται να μην πέσουν. Και τότε καμία συγχώρεση δεν είναι εύκολη. Επιπλέον, θεωρώ ότι το ψέμα είναι ανοησία, αφού κουραζόμαστε πολύ περισσότερο όταν λέμε ψέματα παρά όταν λέμε την αλήθεια. Ωστόσο επιλέγουμε το ψέμα γιατί υπάρχει σ’ εμάς απ’ το παρελθόν μας μία συσσώρευση απορρίψεων, ηττών και αποτυχιών που δεν θέλουμε να επαναληφθούν. Επειδή είμαστε βαθιά ενοχικά πλάσματα, νομίζουμε ότι για όλες αυτές τις απορρίψεις και αποτυχίες ευθυνόμαστε περισσότερο εμείς, ασχέτως εάν προς τα έξω προβάλλουμε την εικόνα των ατόμων που ρίχνουν τις ευθύνες πάντα στους άλλους. Στην πραγματικότητα, είμαστε ενοχικά όντα και, όταν συναντάμε έναν άλλον άνθρωπο για πρώτη φορά, προσπαθούμε να μην του εμφανίσουμε αυτό ακριβώς που είμαστε, επειδή φοβόμαστε ότι θα μας απορρίψει.

Το έργο επικεντρώνεται στο ζήτημα της μοναξιάς του ατόμου, ακόμα και αν το ίδιο συνυπάρχει με άλλους ανθρώπους γύρω του. Πώς επιλέξατε να αναδείξετε αυτή την ατμόσφαιρα της μοναξιάς μέσα από τη σκηνοθεσία της παράστασης;

Στο «Παγκάκι» καταδεικνύεται ότι η μοναξιά γίνεται πιο εκκωφαντική όταν υπάρχεις μαζί με έναν άλλο άνθρωπο. Κάποιος που παρακολουθεί από μακριά τη βλέπει πεντακάθαρα. Φανταστείτε την εικόνα που έχουμε δει πολλές φορές σε έναν δημόσιο χώρο: ένα ζευγάρι είναι μαζί, κάθονται στο ίδιο τραπέζι, και ο καθένας κρατά από ένα κινητό στο χέρι κοιτάζοντάς το με φοβερή προσήλωση. Οι ίδιοι που είναι μέσα σε όλο αυτό δεν έχουν αίσθηση της μοναξιάς τους εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Όμως, για κάποιον που τους βλέπει από απέναντι, η μοναξιά κραυγάζει.

Με ποιον τρόπο φωτίζονται οι σχέσεις των δύο φύλων μέσα στο κείμενο;

Με τον ίδιο τρόπο που φωτίζονται και στη ζωή. Αυτό που δεν μπορούν να καταλάβουν ίσως και τα δύο φύλα είναι ότι ένας άντρας γοητεύεται από μία γυναίκα και το αντίστροφο ακριβώς επειδή είναι διαφορετικοί. Ουσιαστικά επιθυμούμε το διαφορετικό που έχει το άλλο πρόσωπο. Όμως, στην προσπάθειά μας να το προσεγγίσουμε, ξεχνάμε αυτή τη συνθήκη. Μάλιστα, όταν αρχίζουμε να ζούμε μαζί του, το ξεχνάμε ακόμα περισσότερο και προσπαθούμε να τον κάνουμε ίδιο με εμάς. Δεν καταλαβαίνουμε όμως ότι με τον τρόπο αυτό προσπαθούμε να καταστρέψουμε τη διαφορετικότητα, άρα και τη γοητεία, που μας ασκεί το άλλο πρόσωπο.

Στο «Παγκάκι», όπως και στην πραγματική ζωή, το κωμικό και το τραγικό εναλλάσσονται αδιαλείπτως και με γοργούς ρυθμούς. Χρησιμοποιείτε αυτή την εναλλαγή για να αναδείξετε τα νοήματα που επιθυμείτε να προβάλλετε;

Ελπίζω να συμβαίνει αυτό. Δεν μπορώ να το ξέρω με βεβαιότητα, διότι κατά τη θεατρική πράξη συμμετέχουν δύο μέρη, η παράσταση και οι θεατές, και από τη σχέση αυτή εξαρτάται η επιτυχία ή η αποτυχία της. Παράλληλα ποτέ δεν αντιμετωπίζω τους θεατές ως ενιαία μάζα, γιατί η τέχνη εκ των πραγμάτων μιλά στον καθένα ξεχωριστά. Μόνο να ελπίζω μπορώ πως αυτό που παρουσιάζω επάνω στη σκηνή, γίνεται κατανοητό και εισπράττεται από τους θεατές. Αλλά αυτό είναι κάτι που κυνηγώ να το καταφέρω κάθε μέρα, σε κάθε παράσταση.

Η παράσταση στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην επί σκηνής συνεργασία σας με την Φωτεινή Μπαξεβάνη. Πώς θα περιγράφατε την θεατρική σας χημεία;

Πιστεύω ότι η Φωτεινή με κάνει καλύτερο ηθοποιό. Αν και ακούγεται τετριμμένο, όσο πιο καλός είναι ο ηθοποιός με τον οποίο παίζεις, τόσο καλύτερος γίνεσαι και εσύ. Μπορεί να ηχεί κοινότοπο αλλά είναι αλήθεια, και ίσως να είναι και η μοναδική αλήθεια.

Η Θεσσαλονίκη αποτελεί συχνά έναν από τους σταθμούς στις θεατρικές σας περιοδείες. Για ποιους λόγους επιλέγετε να ανεβάζετε τις παραστάσεις στην πόλη;

Είμαι ένας άνθρωπος που γνωρίζει πολύ καλά ότι η χώρα στην οποία ζούμε λειτουργεί ομφαλοκεντρικά, αφού υπάρχει η αίσθηση ότι τα πάντα γίνονται στην Αθήνα. Από τη στιγμή που διαφωνείς με αυτό, δεν αρκεί να εκφράζεις τη διαφωνία σου με δηλώσεις, αλλά αντιθέτως απαιτούνται και ορισμένες πράξεις. Αυτή είναι η αιτία που, όταν κατορθώνω να δημιουργήσω μία παράσταση την οποία εκτιμώ, επιδιώκω να την παρουσιάσω και εκτός Αθηνών. Ένα άλλο γεγονός είναι ότι οι περισσότερες παραστάσεις πραγματοποιούνται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, όπως είναι γνωστό. Ελάχιστες είναι οι παραστάσεις που παρουσιάζονται και τον χειμώνα, και φέτος θέλω να το προσπαθήσω αυτό. Δεν είναι εύκολο, αλλά δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει και να το προσπαθούμε.

Έχοντας μία πολυετή εμπειρία στους χώρους της υποκριτικής και της σκηνοθεσίας, ποια είναι η κυριότερη συμβουλή που θα δίνατε σε έναν νέο ή μία νέα ηθοποιό;

Δεν μπορώ να κινηθώ σε ένα επίπεδο συμβουλής διότι σχετίζεται άμεσα με τον χαρακτήρα του καθενός και της καθεμίας. Για μένα, το βασικότερο στοιχείο είναι η αφοσίωση. Δυστυχώς, όμως, ζούμε σε μία περίοδο που οι άνθρωποι της αφοσίωσης σπανίζουν, γιατί η αφοσίωση σε κάνει ορθά εμμονικό, ενώ ταυτόχρονα μπαίνεις σε μία λειτουργία όπου δεν δουλεύεις αλλά εργάζεσαι, δηλαδή παράγεις έργο, δημιουργείς. Δημιουργία χωρίς αφοσίωση δεν υπάρχει, όμως αυτό δεν είναι κάτι που μπορείς να το συμβουλέψεις σε κάποιον. Πρέπει να το έχει ανάγκη.

Μετά το «Παγκάκι», ποια είναι τα επόμενα θεατρικά σας σχέδια;

Προς το παρόν, τα πράγματα είναι ακόμα υπό συνθήκες διαμόρφωσης. Είναι νωρίς για να πούμε από τώρα τι θα συμβεί το επόμενο καλοκαίρι. Υπάρχουν κάποια σχέδια και θα δούμε εάν θα ευοδωθούν. Παίζει ρόλο το τι θα αποφασίσουν κι άλλα άτομα, αφού το θέατρο συνεχίζει να είναι τέχνη πληθυντικού αριθμού. Όσον αφορά στην τηλεόραση, δεν ετοιμάζω κάτι ακόμα, περιμένω να δω πώς θα διαμορφωθεί ο χώρος. Προς το παρόν φαίνεται να υπάρχει μία διαφορετική κίνηση μέσα από τη στροφή στη μυθοπλασία, τη δημιουργία σίριαλ δηλαδή, αλλά μετά θα δούμε τι θα γίνει.

Συνέντευξη στη Λία Κατσανά

Leave a Reply