Γιώργος Γιαννόπουλος: Για τον Έλληνα, το χιούμορ ήταν πάντοτε η βάρκα για να μπορεί να ταξιδεύει πάνω στην απελπισία

Τι μπορεί να συμβεί όταν οι αγαπημένοι ήρωες του Αρκά ξεπηδούν από τις σελίδες των κόμικς και μεταφέρονται στη θεατρική σκηνή; Γέλιο, σάτιρα και πολλά ευτράπελα περιμένουν μικρούς και μεγάλους στην παράσταση «Η Ζωή Μετά», η οποία έρχεται για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη και στο θέατρο «Αριστοτέλειο» από τις 24 Οκτωβρίου έως και τις 8 Νοεμβρίου. Ο Θανάσης Βισκαδουράκης, ο Γιώργος Γιαννόπουλος, ο Παντελής Καναράκης, ο Πέτρος Μπουσουλόπουλος, ο  Χρήστος Τριπόδης και ο Δημήτρης Αγοράς ζωντανεύουν τους χαρακτήρες του κλασικού πλέον σκιτσογράφου και μας μεταφέρουν τους φόβους, τους πόθους και τις… μεταφυσικές τους ανησυχίες. Λίγο πριν την έναρξη της παράστασης, ο Γιώργος Γιαννόπουλος μιλά στο praximag σε μία συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης:

Για τέταρτη συνεχή χρονιά πρωταγωνιστείτε στην παράσταση «Η Ζωή Μετά» η οποία βασίζεται στα κόμικς του σκιτσογράφου Αρκά. Μιλήστε μας λίγο για τους ρόλους που υποδύεστε.

Στην παράσταση προσωπικά υποδύομαι δύο διαφορετικούς ήρωες. Ο πρώτος είναι ο γνωστός σε όλους Ισοβίτης, ένας αδικημένος από δικαστική πλάνη διανοούμενος, καταδικασμένος σε 622 χρόνια φυλακή. Ο δεύτερος είναι ο μπαμπάς Σπουργίτης, η γυναίκα του οποίου έχει φύγει νότια μαζί με ένα χελιδόνι, αφήνοντάς τον μόνο με το έξυπνο παιδί τους που δεν τον αντέχει γιατί είναι γκρινιάρης.

Για ποιους λόγους πιστεύετε ότι το κοινό μπορεί να ταυτιστεί με τους ήρωες της συγκεκριμένης παράστασης;

Το ιδιαίτερο με αυτό το έργο είναι ότι δεν αντιμετωπίζουμε τους ρόλους σαν σκιτσάκια. Αντιθέτως, τους βλέπουμε σαν ανθρώπους που πάσχουν και υποφέρουν. Αυτό ισχύει τόσο για μένα όσο και για τους υπόλοιπους ηθοποιούς του θιάσου. Και επειδή ακριβώς οι ήρωες παρουσιάζονται ως κανονικοί άνθρωποι, μέσα από αυτούς το κοινό αναγνωρίζει τα δικά του προβλήματα. Κατανοεί δηλαδή την καταπίεση που νιώθει ο Ισοβίτης, ή τα προβλήματα που προκύπτουν από έναν χωρισμό όπως αυτόν του Σπουργίτη. Συνεπώς, ο κόσμος εύκολα ταυτίζεται, συμπάσχει και τελικά γελάει μαζί τους. Γενικώς θεωρώ ότι το χιούμορ του Αρκά διαθέτει μία αυθεντικότητα αλλά και υψηλή αισθητική ακριβώς γιατί είναι γνήσιο και λαϊκό. Όλα τα μεγάλα έργα έχουν μια ευρύτητα και διαχρονικότητα που ακουμπά σε όλες τις ηλικίες και τις κοινωνικές τάξεις. Έτσι λοιπόν πιστεύω ότι και τα έργα του Αρκά θεωρούνται πλέον κλασικά, και για το λόγο αυτό η παράστασή μας είναι ανοιχτή για θεατές από 0 έως 110 χρονών. Το χιούμορ είναι πολύ απλό και γνήσιο, ενώ για μας είναι πολύ συγκινητικό να έχουμε από κάτω κοινό με παιδιά 3 ή 4 χρονών αλλά και μεγαλύτερης ηλικίας. Γι’ αυτό και εγώ απευθύνομαι στους γονείς τα παιδιά των οποίων με έχουν μάθει μέσα από την τηλεόραση, και τους ενθαρρύνω να έρθουν στο θέατρο και να παρακολουθήσουν όλοι μαζί την παράστασή μας.

Κατά πόσο θεωρείτε ότι η ελληνική κοινωνία είναι δεκτική απέναντι στη σάτιρα; Μπορούμε τελικά να αυτοσαρκαζόμαστε ως λαός;

Πιστεύω ότι το χιούμορ γεννήθηκε στην Ελλάδα, ξεκινώντας από τον Αριστοφάνη και όλους όσους τον ακολούθησαν. Αν πάμε στα πιο πρόσφατα, δεν πρέπει να ξεχνάμε τις ελληνικές ταινίες, τους συντελεστές τους και τις τεράστιες επιτυχίες που έκαναν. Ποιον να πρωτοθυμηθώ, από τον Σακελλάριο και τον Πρετεντέρη, μέχρι τους Ρέππα – Παπαθανασίου, Ρήγα – Αποστόλου ή τη Δήμητρα Παπαδοπούλου και πολλούς άλλους. Ακριβώς επειδή οι Έλληνες έχουν περάσει τα πάνδεινα σαν μικρός λαός που είναι, πάντοτε τα αντιμετώπιζαν χρησιμοποιώντας το χιούμορ. Με άλλα λόγια, για τον Έλληνα, το χιούμορ ήταν η βάρκα του για να μπορέσει να ταξιδέψει πάνω στην απελπισία και να περάσει κάθε γολγοθά και καταιγίδα. Γι’ αυτό παραμένει το όπλο του μέχρι και σήμερα.

Έχοντας βιώσει όλη αυτή την παράξενη περίοδο αποστασιοποίησης και την επιστροφή σε μία διαφορετική κανονικότητα, θεωρείτε ότι το κοινό τώρα έχει ανάγκη από περισσότερες δόσεις χιούμορ;

Καταρχήν να πούμε ότι, όπως υπήρξαν πανδημίες στο παρελθόν, έτσι και η τωρινή πανδημία του κορωνοϊού επηρεάζει τη ζωή μας και είναι κάτι που πρέπει να αντιμετωπίσουμε. Θέλει υπομονή και χιούμορ, και προπαντός θέλει να ακούμε τους ειδικούς. Δυστυχώς σαν λαός πολλές φορές νομίζουμε ότι τα ξέρουμε όλα, ενώ στην πραγματικότητα δεν ισχύει αυτό. Έτσι, αφού οι επιστήμονες λένε ότι πρέπει να φοράμε μάσκα, είμαστε υποχρεωμένοι να το εφαρμόσουμε. Από εκεί και πέρα, δεν λένε να μείνουμε κλεισμένοι στο σπίτι μας. Ο άνθρωπος, σαν έλλογο ζώο που είναι, έχει ανάγκη τη ζεστασιά, την αγκαλιά και την επικοινωνία, και για το λόγο αυτό ο κόσμος πρέπει να βγαίνει, να συναναστρέφεται, να πηγαίνει στο θέατρο, να ακούει μουσική και να πίνει τον καφέ του. Απλώς οφείλουμε να είμαστε πιο προσεκτικοί και να τηρούμε όλα τα απαραίτητα μέτρα. Σε αυτή τη φάση της πανδημίας, η ανάγκη μας για επικοινωνία μπορεί να μας βοηθήσει να βρούμε τα θετικά στην αρνητική κρίση που βιώνουμε. Τα συν είναι η καρτερικότητα, η ψυχραιμία και η αλληλεγγύη προς τον συνάνθρωπο που έχει ανάγκη. Συνεπώς, ας αφήσουμε προς το παρόν τη σωματική αγκαλιά, ας δυναμώσουμε την πνευματική και ψυχική αγκαλιά και ας δούμε το χιούμορ σαν διέξοδο από όλο αυτό που ζούμε.

Διαθέτετε μία μακρόχρονη πορεία ως ηθοποιός τόσο του θεάτρου όσο και του κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Σε ποιον από τους δύο χώρους δείχνετε μεγαλύτερη αδυναμία και γιατί;

Το καθένα έχει τη δική του χαρά και τη δική του ηδονή. Αφενός, το θέατρο, επειδή είναι ένας ζωντανός οργανισμός, έχει μία ιδιαίτερη μοναδικότητα. Αυτά που ζεις μέσα στην ημέρα σου, το περιβάλλον σου αλλά και η σωματική και ψυχική σου κατάσταση σε επηρεάζει και σε κάνει διαφορετικό. Άρα έχει να κάνει άμεσα με την καθημερινή μοναδικότητα, γεγονός πολύ γοητευτικό για έναν ηθοποιό. Αναρωτιέσαι δηλαδή πώς θα πεις τα λόγια σου την ημέρα της παράστασης, πώς θα είναι το κοινό, πώς θα σε αντιμετωπίσει και πολλά άλλα. Συγχρόνως, κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τους θεατές, αφού δεν έρχονται στο θέατρο κάθε φορά οι ίδιοι, ούτε έχουν πάντα την ίδια ψυχική διάθεση. Συνεπώς, υπάρχει μια συνισταμένη κοινού-ηθοποιού, και αυτό είναι το ζητούμενο σε αυτή τη γοητευτική πράξη που λέγεται θέατρο. Αφετέρου, ο κινηματογράφος και η τηλεόραση έχουν τη δική τους χάρη. Είναι και αυτά ένας ζωντανός οργανισμός, αλλά κατ’ επανάληψη, αφού αν κάνεις ένα λάθος στο γύρισμα, μπορείς να το επαναλάβεις. Γενικώς, χρειάζεται άλλη τεχνική, είναι ένα άλλο πράγμα από το θέατρο, με μία δική τους όμως γοητεία.

Πέρα από ηθοποιός, έχετε ασχοληθεί ενεργά και με την τοπική αυτοδιοίκηση. Κατά τη γνώμη σας, μπορεί να συνδυαστεί η τέχνη με την πολιτική;

Η ενασχόλησή μου με τα κοινά δεν ήρθε έτσι ξαφνικά. Ο άνθρωπος από τη φύση του είναι κοινωνικό ζώο και η συνύπαρξή του με άλλους ανθρώπους απαιτεί μία οργάνωση της κοινωνίας. Αυτό ακριβώς είναι η πολιτική. Από μικρό παιδί, από το σχολείο ακόμη με απασχολούσαν τα προβλήματα που έβλεπα μπροστά μου και αισθανόμουν ότι ήθελα να τα λύσω. Με αυτό τον τρόπο λειτουργώ και σήμερα ως δημοτικός σύμβουλος στο δήμο Ηλιούπολης. Για ό,τι με ενδιαφέρει προσπαθώ να ενεργοποιώ τους πολίτες μέσα από πρωτοβουλίες συνεργασίας, όπως για παράδειγμα τις λεγόμενες «λαϊκές συνελεύσεις στη γειτονιά» που θα διοργανώνω από τέλη Οκτωβρίου. Δεν μπορούμε να απαιτούμε μόνο ή να τα ζητάμε όλα έτοιμα από την εκάστοτε εξουσία. Πρέπει και εμείς να συνεισφέρουμε με τον τρόπο μας, είτε λέγεται «μάσκα», είτε λέγεται «καθαριότητα», είτε οτιδήποτε άλλο. Με αυτή την έννοια, όλα αυτά τα ζητήματα με απασχολήσανε, με απασχολούνε, θα με απασχολούνε και θα συνεχίσω να βρίσκω χρόνο για την επίλυσή τους. Επιπλέον, με τις υπάρχουσες συνθήκες, πρέπει να παραμένουμε ενεργοί σαν άνθρωποι και σαν πολίτες λειτουργώντας απλώς με μια διαφορετική διαδικασία. Ένα παράδειγμα αποτελούν οι εορτασμοί της 28ης Οκτωβρίου, οι οποίοι θα μεταφερθούν σε online περιβάλλον για να τιμήσει ο κόσμος την επέτειο χωρίς συνωστισμούς.

Δεν είναι λίγες οι φορές που έχετε μιλήσει δημόσια για θέματα φιλοζωίας και κυρίως για τη συμπεριφορά μας προς τα αδέσποτα ζώα. Στην εποχή που ζούμε, θεωρείτε ότι έχει αυξηθεί η κοινωνική ευαισθησία απέναντι στο ζήτημα αυτό;

Στην Ευρώπη, το ζήτημα της φιλοζωίας, όπως και άλλα θέματα κοινωνικής ευαισθητοποίησης, έχουν λυθεί εδώ και εκατονταετίες. Η Ελλάδα δυστυχώς έχει μείνει πολλά χρόνια πίσω και, παρόλη τη δημιουργικότητά μας ως λαός, προτιμάμε να ακολουθούμε την έτοιμη λύση και να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα με μία ξενομανία. Ωστόσο, σιγά-σιγά και δειλά-δειλά, προσπαθούμε να ξεφύγουμε από αυτό, να προχωράμε και να υιοθετούμε τα θετικά στοιχεία των υπόλοιπων Ευρωπαίων. Ένα από τα θέματα αυτά λοιπόν είναι η φιλοζωία, και η ψήφιση του νόμου περί κακοποίησης των ζώων αποτελεί ένα παράδειγμα βελτίωσης της αντιμετώπισής μας, έστω και αν ήρθε αργά. Κανένα ζώο δεν μας έκανε ποτέ τίποτα κακό, και για μένα η κακοποίηση έστω μίας αθώας ψυχής είναι κάτι αποτρόπαιο. Από την πλευρά μου, προσπάθησα και εγώ σαν πολίτης να βάλω ένα λιθαράκι σε αυτή την αλλαγή. Στην Ηλιούπολη έχουμε μία από τις καλύτερες φιλοζωικές ενώσεις, διότι πάντα προσπαθούμε να κάνουμε το καλύτερο δυνατό. Επίσης, το καλοκαίρι βρήκα ένα αδέσποτο σκύλο στο χωριό μου τον οποίο αποφασίσαμε στη συνέχεια να υιοθετήσουμε μαζί με τα αδέλφια μου. Γενικώς, τώρα που αφυπνιστήκαμε σχετικά με το ζήτημα αυτό, θα κάνουμε ό,τι μπορούμε.

Έχοντας περάσει τα φοιτητικά σας χρόνια στη Θεσσαλονίκη, ποιες είναι πιο έντονες αναμνήσεις σας από την πόλη;

Στην Θεσσαλονίκη έχω περάσει τα καλύτερά μου χρόνια, εκείνα στα οποία ο νέος βρίσκει τα ερωτικά του πατήματα και ξεκινά τη ζωή του. Εκεί γνώρισα την πρώτη μου μεγάλη σχέση, με την οποία ακόμα έχουμε κρατήσει φιλικές επαφές. Επιπλέον, έχω πολλούς φίλους εκεί, οπότε είμαι αυτονόητα συγκινημένος όταν πατάω το πόδι μου στην πόλη. Θυμάμαι που έκανα παρέα με τον Γιώργο Τσακαλίδη από την Ano-Kato Records, τους μουσικούς Σάκη Παπαδημητρίου και Φλώρο Φλωρίδη, τον Μιχάλη Σιγανίδη αλλά και τον Ηλία Ζάικο από τους Blues Wire. Θυμάμαι επίσης τον Παύλο Παυλίδη με τα Μωρά στη Φωτιά, τον Γιάννη Αγγελάκα με τις Τρύπες, και γενικώς όλο αυτό το μουσικό ρεύμα που πρωτοέβγαινε εκείνη την εποχή που βρισκόμουν στην πόλη.

Παράλληλα με τη συμμετοχή σας στη «Ζωή Μετά», τι άλλο σχεδιάζετε;

Παρόλο που δεν έχει προγραμματιστεί κάτι οριστικό, αυτό που ετοιμάζω προσωπικά είναι ένας θεατρικός μονόλογος για τη μεγάλη ελληνική μορφή που ονομάζεται Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Συγκεκριμένα, τον παρουσιάζω σαν μία διαχρονική προσωπικότητα που περπατά σε όλη την ιστορία της Ελλάδας, από την εποχή του μύθου μέχρι σήμερα, ενώ συγχρόνως σχολιάζει τα καλώς αλλά και τα κακώς κείμενα και προτείνει λύσεις στα εκάστοτε προβλήματα. Την ιδέα αυτή την έχω από παιδί, αλλά οι εορτασμοί για την επέτειο των 200 χρόνων από την ελληνική επανάσταση έγινε η αφορμή για να ξεκινήσω την υλοποίησή της. Παράλληλα, σημαντική ώθηση μου έδωσε και η επιτυχημένη παράσταση «Ήμουν παιδί το ‘21», στην οποία παίζαμε μαζί με τον Θανάση Βισκαδουράκη. Έτσι άρχισα να προβληματίζομαι σχετικά με το τι μπορεί να σημαίνει για εμάς ο Κολοκοτρώνης, φτάνοντας σιγά-σιγά στο σήμερα όπου καταπονούμαι δημιουργικά με την ιδέα αυτή.

«Η Ζωή Μετά»
Θέατρο «Αριστοτέλειο», 24 Οκτωβρίου – 8 Νοεμβρίου
Θεατρική Διασκευή / Σκηνοθεσία: Δημήτρης Αγοράς
Σκηνικά: Λία Ασβεστά
Κοστούμια: Κωνσταντινιά Βαφειάδου
Καλλιτεχνική επιμέλεια: Χρήστος Τριπόδης
Παραγωγή: ΜΕΘΕΞΙΣ, Χρήστος Τριπόδης

Ημερομηνίες και ώρες παραστάσεων
Σάββατο 24/10/2020 – 18:15 & 21:15
Κυριακή 25/10/2020 – 18:15 & 20:30
Σάββατο 31/10/2020 – 18:15 & 21:15
Κυριακή 1/11/2020 – 18:15 & 20:30
Σάββατο 7/11/2020 – 18:15 & 21:15
Κυριακή 8/11/2020 – 18:15 & 20:30

Διάρκεια παράστασης: 80’ (χωρίς διάλειμμα)
Προπώληση: 12 ευρώ

Συνέντευξη στη Λία Κατσανά

Leave a Reply