
Με αφορµή τη νέα καλοκαιρινή παραγωγή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος «Όρνιθες», συναντήσαµε τον σκηνοθέτη της, Γιάννη Ρήγα και συζητήσαµε, µεταξύ άλλων, για το πόσο σηµαντικό είναι οι άνθρωποι να επαναπροσδιορίσουµε το ευ ζην και να βρούµε χρόνο να συνοµιλήσουµε, ώστε να πάµε στην επόµενη µέρα.
Κε Ρήγα γιατί οι «Όρνιθες» είναι ένα διαχρονικό έργο; Ποια είναι τα στοιχεία της υπόθεσης που το φέρνουν στο σήµερα και το καθιστούν επίκαιρο;
Καταρχάς να πω ότι το έργο είτε το παίξεις σήµερα, είτε πριν από είκοσι χρόνια, είτε πριν από εκατό ή µετά από εκατό χρόνια, θα είναι σήµερα. ∆ε νοµίζω πως εύκολα µία κοινωνία µπορεί να απεγκλωβιστεί από τις αγκυλώσεις και τις συνήθειές της. Οι άνθρωποι και οι σχέσεις των ανθρώπων δηµιουργούν εκ των πραγµάτων µία επιβεβαίωση της ύπαρξης της αρχικής σκέψης, πόσο δύσκολο είναι να ζούνε οι άνθρωποι µέσα σε µία πόλη. Οι δύο πρωταγωνιστές, λοιπόν, ξεκινούν από την Αθήνα για να ψάξουν να βρούνε αλλού την τύχη τους. Ο λόγος που φεύγουν είναι γιατί, πέρα από το ότι χρωστάνε παντού, δεν τα ‘χουν καλά και µε όλους και δεν αντέχουν άλλο. Είναι κάπως σαν κι αυτό που συµβαίνει σε εµάς σήµερα. Ζούµε σε µία κοινωνία που αλληλοκατηγορείται, συκοφαντείται, υπάρχει µία τάση αλληλοεξόντωσης, µία µανία να πηγαίνουµε στα δικαστήρια και να κατηγορούµε τους άλλους. Κάνεις θόρυβο το βράδυ και το πρώτο πράγµα που κάνει ο γείτονας είναι να πάρει τηλέφωνο την αστυνοµία. Είµαστε πάντα έτοιµοι για καβγά. Μερικές φορές υπάρχουν λόγοι αλλά τις περισσότερες δεν υπάρχουν. Και να το πω κι αλλιώς, ακόµη κι αν υπάρχουν λόγοι ας ηρεµήσουµε λίγο κι ας αντιµετωπίσουµε τους άλλους µε επιείκεια. Και δεν εννοώ να τους αφήσουµε να αλωνίζουν. Ξέρετε, προσωπικά έχω τεράστια ανάγκη να µιλήσουµε, να συνεννοηθούµε, να µιλήσει το κράτος µε εµάς κι εµείς µεταξύ µας. Πρέπει να συνδιαλλαγούµε. Αυτοί οι δύο άνθρωποι, λοιπόν, που είναι αντιήρωες στην ουσία, επιλέγουν να φύγουν και να δηµιουργήσουν µια άλλη πολιτεία. Και η λύση είναι στα σύννεφα, κάτι που αυτόµατα το αναγάγει σε µια ουτοπία. ∆ες το τώρα αυτό και σε µια σηµερινή εποχή, µε άλλους όρους, µε την έννοια ότι περάσαµε µια καραντίνα δύο µηνών που δεν επιτρεπόταν να πας για παράδειγµα στον Πολύγυρο, στη Βέροια. Όταν, λοιπόν, µέσα σε όλα τα προβλήµατα που αντιµετωπίζει η συνύπαρξη των ανθρώπων, προσθέσεις τον κορωνοϊό, σου δίνεται η λύση, αντί να πας στον Πολύγυρο, να πας προς τα πάνω και εκεί θα ψάξεις να βρεις ή να δηµιουργήσεις µία ιδανική πολιτεία.
Συµµετείχατε στον χορό των «Ορνίθων» του Θεάτρου Τέχνης το 1975, υπό τη σκηνοθεσία του Καρόλου Κουν. Στη νέα παράσταση του ΚΘΒΕ είστε εσείς ο σκηνοθέτης. ∆ανειστήκατε στοιχεία από το ιστορικό εκείνο ανέβασµα;
Συµµετείχα σε αυτή τη θρυλική παράσταση, στην πρώτη αναβίωσή της το 1975. Ήταν η πρώτη κάθοδος του Θεάτρου Τέχνης στην Επίδαυρο, ακριβώς µετά την επταετία της χούντας. Αυτή η παράσταση εµένα µε πότισε, µε επηρέασε πολύ βαθιά. Από ‘κει και πέρα, έχω δει πάρα πολλές φορές τους «Όρνιθες» και πάντα βλέπω θέατρο µε µια ανοιχτωσιά, να δεχθώ αυτό που µου προτείνει η παράσταση και να συµµετέχω σε αυτό. Παρόλαυτα πάντοτε διακρίνω στις παραστάσεις που βλέπω µία ενοχή ή µια προσπάθεια κατάργησης εκείνης της παράστασης, ένα «έλα να το πούµε αλλιώς». Εγώ δεν είχα αυτή την ανάγκη. Θα κάνω την παράσταση έτσι όπως την ονειρεύτηκα εγώ, απενεχοποιηµένα. Ξέρω καλά το έργο γιατί το έχω διαβάσει πολύ και το ‘χω ζήσει πολύ και το ‘χω ζήσει µε έναν συγκεκριµένο τρόπο. Αυτή τη φορά το έργο θα αποδοθεί µε τον δικό µου τρόπο. Αν δανείζοµαι στοιχεία; ∆ανείζοµαι την εµπειρία που αποκόµισα από εκείνη την παράσταση στο πώς αντιµετωπίζεις τον ανοιχτό χώρο και τα µεγάλα έργα.
Χρησιµοποιείτε µάσκες στην παράσταση, όπως έκανε ο Κουν;
Ναι, σαφέστατα χρησιµοποιούµε µάσκες αλλά τελείως διαφορετικές, µε άλλη τεχνοτροπία, προοπτικές κ.λπ. Πιστεύω ακράδαντα ότι το αρχαίο δράµα στον ανοιχτό χώρο χρειάζεται οπωσδήποτε µάσκα. Μόνο µε τη µάσκα ο ηθοποιός θα κατανοήσει το µέγεθος και το µεγαλείο του ρόλου. Και ο θεατής θα µπορέσει να έχει καλύτερη πρόσληψη αυτών που συµβαίνουν, όταν υπάρχει η µάσκα µπροστά. Όλα τα πουλιά έχουν µάσκες πουλιών και οι θεοί φοράνε µάσκες, µόνο οι άνθρωποι δεν φοράνε µάσκες, είναι όµως βαµµένοι µε έναν εξπρεσιονιστικό τρόπο.
Τι έχει αλλάξει στον κόσµο γύρω σας, από τα πρώτα σας βήµατα στον χώρο της υποκριτικής έως σήµερα;
Μεγάλωσα σε ένα τοπίο εξαιρετικά δύσκολο, εξαιρετικά φτωχό, όπου δουλεύαµε 18 ώρες την ηµέρα αλλά είχαµε επιλέξει ότι αυτά που βγάζαµε µας αρκούσαν για να ζήσουµε. Σηµερα τα νεότερα παιδιά λένε ότι θα δουλέψω 18 ώρες την ηµέρα αν χρειαστεί αλλά δε θα βγάζω αυτά που εσύ έβγαζες, γιατί δεν αναλογούν στην ποιότητα και στην ποσότητα της εργασίας µου. Είναι και αυτό αποδεκτό. Έχουν αλλάξει οι εποχές, έχουν αλλάξει οι απαιτήσεις, έχει γίνει θηριώδης µέσα µας η ανάγκη του καταναλωτισµού. Πάψαµε να αρκούµαστε στα λίγα, ζητήσαµε τα περισσότερα, τα περισσότερα δεν αρκούσαν, θέλαµε περισσότερα, περισσότερα, περισσότερα και φτάσαµε εδώ που φτάσαµε. Το ευ ζην όµως δεν σηµαίνει η κραιπάλη του καταναλωτισµού, όχι. Μπορούµε να είµαστε καλά και µε λιγότερα. Αν καταφέρουµε, λοιπόν, να επαναπροσδιορίσουµε το ευ ζην, ο δρόµος µπροστά µας θα είναι καλύτερος, πιο φωτεινός.
Πιστεύετε ότι µας έδωσε ένα µάθηµα η πρωτοφανής περιπέτεια της πανδηµίας του κορωνοϊού;
Αυτή η πρωτοφανής κρίση µάς έδωσε ένα µάθηµα αλλά θα πρέπει να το πάρουµε και να καταλάβουµε ορισµένα πράγµατα ο καθένας για τον εαυτό του. Το ‘χουµε ανάγκη και επιτέλους µία κρίση, ας µας κάνει καλό. Περάσαµε µία οικονοµική κρίση, δεν χρειάζεται να ονειρεύοµαστε παλάτια και λεφτά. Ας είµαστε λίγο περισσότερο εγκρατείς. Ας δώσουµε λίγο χώρο στο πνεύµα, στο µυαλό και στην ψυχή µας. Ας καλλιεργηθούµε λίγο περισσότερο. Ας ξοδέψουµε λίγο από τον χρόνο µας για να µιλήσουµε µε εµάς, µε τους ανθρώπους που αγαπάµε, να µιλήσουµε µε τους ανθρώπους που δεν αγαπάµε, να πάµε στην επόµενη µέρα τέλος πάντων. Προσωπικά είναι µία µεγάλη µου ανάγκη αυτό, δεν υπάρχει µεγαλύτερη ανάγκη για µένα και πριν τον κορωνοϊό. Είναι ο καιρός οι άνθρωποι να µπορούµε να συνοµιλούµε και να βρίσκουµε λύσεις, χωρίς να καρφώνονται τα µυαλά µας στα κάγκελα. Να έχουµε χώρο η έκρηξη να είναι για το σηµαίνον, να είναι για εκείνο για το οποίο αξίζει να εκραγούµε.

Τι άλλο σας χαρακτηρίζει ως άνθρωπο;
Νοµίζω ότι κάτι που µε χαρακτηρίζει είναι ότι είµαι ένας τυχερός άνθρωπος. Μεγάλωσα µέσα σε µία οικογένεια που µου έδωσε τα πάντα. Μου έδωσε πολύ πλούτο, µου εδωσε και πολύ µεγάλη φτώχεια. Μπήκα στο θέατρο και µεγάλωσα δίπλα σε σπουδαίους ανθρώπους. Σε ανθρώπους που σήµερα θεωρούνται µύθοι, όπως ο Κουν, ο Τσαρούχης, ο Χατζιδάκις, ο Πλωρίτης, ο Κακριδής, ο Μαρωνίτης, µπορώ να σου λέω ονόµατα µέχρι αύριο το πρωί. Ήταν τύχη αυτό το πράγµα, ήταν τύχη που απάντησαν στις ερωτήσεις µου, που µε δέχτηκαν δίπλα τους κι ας έλεγα ανοησίες. Γιατί στα 18 και 20 µου ήµουν ένα πολύ αψύ και επιθετικό παιδί, µην ξεχνάς ότι βγαίναµε από µία δικτατορία και εκείνοι οι άνθρωποι µε αντιµετώπισαν µε αγάπη, στοργή και επιείκεια και µε βοοήθησαν να καταλάβω τον εαυτό µου και να γίνω καλύτερος. Οι άνθρωποι αυτοί και η πορεία τους ήταν ένα παράδειγµα για µένα. Όλοι τους έζησαν δύσκολα, κοιµόντουσαν σε ένα στρώµα σκληρό ή έτρωγαν ελάχιστα. Φλεγόντουσαν. Αν ήθελες, λοιπόν, να το δεις έβλεπες κάποιους ανθρώπους που φλέγονταν για να σου µεταλαµπαδεύσουν εκείνο που είχαν καταλάβει. Με τον τρόπο τους, άλλοτε επιτυχώς και άλλοτε ανεπιτυχώς, αλλά αν τους παρακολουθούσες, είχες να πάρεις µαθήµατα ζωής.
Εκτός από σκηνοθέτης και ηθοποιός, είστε και δάσκαλος της υποκριτικής. Συναντάτε αυτό το έντονο ενδιαφέρον στα νέα παιδιά σήµερα;
Για να είµαστε ειλικρινείς, το συναντώ. Απλά µου λείπει από τα παιδιά µία καλύτερη γνώση των πραγµάτων της γλώσσας µας, µου λείπει ένας µεγάλος περίπατος που καλό θα ήταν να είχαν κάνει στην παγκόσµια λογοτεχία, στη µουσική, στον κινηµατογράφο. Τα παιδιά έρχονται µε το βλέµµα τους λιγότερο τροχισµένο. Έχουν βλέµµα αλλά εµείς εδώ προσπαθούµε να τους ποτίσουµε µε εκείνα τα πράγµατα που θα τους αναλογούσαν στην εφηβεία. Αυτό που αντιµετωπίζουµε στη σχολή είναι παιδιά σφουγγάρια, είναι δοσµένα, θέλουν να πάνε παρακάτω, να κατακτήσουν τον κόσµο, θέλουν να πούνε τη δική τους ιστορία. Εµείς προσπαθούµε να τους µάθουµε τον τρόπο, ώστε να βρουν τον τρόπο τους και να εκφραστούν.
Εσάς, τι σας δίνει ανάσα στην καθηµερινότητά σας;
Είµαι ένας άνθρωπος που από τα 18 του χρόνια ζει 18 ώρες την ηµέρα στο θέατρο, είτε κάνοντας παραστάσεις, είτε παίζοντας, είτε κάνοντας µάθηµα. Η ζωή µου είναι το θέατρο. Λίγο άγριο είναι αυτό, παρόλαυτα εκείνοι που ανατροφοδοτούν την ψυχή µου, το βλέµµα µου, είναι οι άνθρωποι που αγαπώ και που µε αγαπούν, είναι η σκέψη των παιδιών µου και των φίλων µου, είναι το να ζήσω µία ώρα – δύο ώρες κοντά σε αγαπηµένους ανθρώπους και να µιλήσουµε, να γελάσουµε, να χαρούµε. Όλα αυτά είναι µεγάλη ανάσα και µπορούν να µε τροφοδοτούν πάρα πολύ. Ανάσα είναι όµως και να βγω ένα βράδυ µε τα παιδιά της σχολής και να πάµε απέναντι να πιούµε µια µπίρα. Ανάσα είναι να περπατήσω. Κάθε πρωί έρχοµαι στο θέατρο µε τα πόδια και γυρίζω µε τα πόδια. ∆εν το κάνω για να γυµνάζοµαι, το κάνω γιατί το βλέµµα µου, η ψυχή µου συναντά τους άλλους, τους ανθρώπους που δεν γνωρίζω και µπορούµε να πούµε πέντε κουβέντες. Οι άνθρωποι, όταν τους δώσεις να καταλάβουν ότι είσαι ανοιχτός, γίνονται και εκείνοι ανοιχτοί. Ή αν είναι εκείνοι ανοιχτοί, σου δίνουν να καταλάβεις ότι καιρός είναι να ανοίξεις. Και ότι δεν πρέπει να µεγεθύνεις και πολύ τα προβλήµατά σου.
INFO
Η παράσταση «Όρνιθες» κάνει πρεµιέρα στο Θέατρο ∆άσους, στη Θεσσαλονίκη (22, 23, 24, 29 και 30 Ιουλίου 2020) και στη συνέχεια θα ακολουθήσει περιοδεία ανά την Ελλάδα, µε στάση και στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου (7, 8, 9 Αυγούστου 2020).
Συνέντευξη στην
Εύη Καλλίνη
Φωτογραφίες:
Κώστας Αμοιρίδης
*Αναδημοσίευση από το εξαμηνιαίο freepress περιοδικό του ΚΘΒΕ «ΠΡΑΞΗ» (ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ-ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2020)


Leave a Reply