
Θούλη Μισιρλόγλου
Ιστορικός τέχνης

«Γεντί Κουλέ, Επταπύργιο, καλοκαίρι 2007. Πάνε δώδεκα χρόνια. Πραγµατικότητα ή φαντασία, µικρή σηµασία έχει. Συνέβη δηλαδή, για όσους αναρωτιούνται, αλλά η ανάµνηση κινείται και στον χώρο της φαντασίας (µου), παρατηρώντας καλλιτέχνες να υπάρχουν στον φασµατικό χώρο που είναι το Γεντί Κουλέ µέχρι σήµερα.
Από το κείµενο της «Αναζήτησης του Χαµένου Χρόνου» του Προυστ και την -σχεδόν ζωντανή ακόµη- ανάµνηση του Παύλου Ζάννα στο Γεντί Κουλέ ως φυλακή στα χρόνια της δικτατορίας στην εργασία της µετάφρασης µέσα στη φυλακή σαράντα χρόνια πριν και στην καλλιτεχνική, ελεύθερη, καλλιτεχνική εργασία σήµερα.
Μπορεί ο «εγκλεισµός» να λειτουργήσει ως θέµα για όλες εκείνες τις δηµιουργικές διεργασίες ελεύθερων ανθρώπων µέσα στον χώρο αυτό της πόλης;
Η σκιά µιας ενοχής, ο φόβος του εγκλεισµού, της καταδίκης, του πόνου και του σκότους είναι η απαρχή του βιώµατος που έζησαν η Isabelle Arthuis, ο Michel François, ο Erwan Mahéo, ο Xavier Noiret-Thomé, ο Robert Suermondt, µαζί µε Έλληνες, νεότερους καλλιτέχνες, στη θέα των κελιών αποµόνωσης των φυλακών του Γεντί Κουλέ, εκεί όπου ούτε σε βλέπουν ούτε βλέπεις.
Ο Michel εξαφανίστηκε για δυο µέρες αφού αντίκρισε τον χώρο. Οι υπόλοιποι φοβήθηκαν, ίσως ανησύχησαν, αγωνιούσαν ασυνείδητα. Ο καθένας ξεχωριστά βίωσε την αδιανόητη σιωπή της βίας και του θανάτου εν ζωή. Και µετά ακολούθησε η περιδιάβαση του αρχαιολόγου –η συνάντηση µε τον Χαράλαµπο Μπακιρτζή– και η επανάκτηση του χρόνου µέσα από τον λόγο που εµπνέει ο ευρύτερος χώρος του Επταπύργιου.
Μια πρώτη σύγκρουση µε το αδιανόητο βίωµα µιας αιωρούµενης θανατικής απειλής µετατράπηκε σε προσωπική υπέρβαση του βιώµατος αυτού, µέσα από το έργο και τον εικαστικό λόγο. Τον λόγο αυτό που επέτρεψε στον καθένα από τους καλλιτέχνες την ανασύσταση µιας στιγµής, η οποία καταργεί το ρήγµα ανάµεσα στο φως και το σκοτάδι.
Τα έργα που έφτιαξαν οι καλλιτέχνες έγιναν περάσµατα, αποδράσεις και ελπίδα. Ο χώρος ανοίχτηκε στο φως και σαν φως ο ίδιος. Το βλέµµα τελικά κινήθηκε ελεύθερα, η εικόνα αναµορφώθηκε. Όλα µέσα σε ένα εργαστήριο που διοργάνωσε ένα Μουσείο µε τη Θερινή Ακαδηµία του Εθνικού Θεάτρου και σε αυτό που άφησε αυτό το εργαστήριο πίσω του: έργα, βιώµατα και αναµνήσεις. Σε αυτήν εδώ την πόλη».
Μάριος Ελευθεριάδης
Εικαστικός

«Και έστριβες λέει πρώτο στενό δεξιά και µετά αριστερά µπροστά σε ένα κατάστηµα µε επιβλητική τζαµαρία που έχει συνήθως εποχιακά, χριστουγενιάτικα, αποκριάτικα και ό,τι άλλο θες. Μπαίνεις στη Στοά Καράσο! Μπαίνεις και αντιλαµβάνεσαι, ότι η µεγαλοκοπέλα θεία σου, όταν παντρεύτηκε, αγόρασε τούλια από εδώ για να ράψει το νυφικό της. Πλούτος και παρακµή σε µεγαλείο…
Παρακαλώ, παρακαλώ, παρακαλώ κύριε!!! Μια νταρντανογυναίκα µου δείχνει τα κρόσια και τα τοπάκια που έχει κρεµασµένα έξω. Μια άλλη, κοντούλα µε ζακέτα πλεκτή καµωµένη από τα πολύχρωµα, συνθετικά νήµατα που πουλούσε µε 1,5 ευρώ το κουβάρι. Και τέλος, µια µικρή έξυπνη, που έµοιαζε εγκλωβισµένη στον ρόλο της πωλήτριας –πώς φαινόταν στο βλέµµα της ότι θα ‘θελε να είναι κάπου άλλου! «Τι θέλετε κύριε;» Φωνάζουν και οι τρεις µαζί. Και καταλαβαίνεις αυτόµατα, ότι είναι από διαφορετικά µαγαζιά και δεν είναι φίλες, από την κλίση του σώµατός τους, καθώς η καθεµιά γέρνει ελαφρώς προς την πραµάτεια της. «Φτερά! Έχετε φτερά;» τις ρωτάω. Νεύµα αρνητικό η µία, κουβέντα η άλλη.. «Ναι, βέβαια» απαντά η τρίτη και µου δείχνει τα πλουµιστά µποά της. «Όχι µποά», της λέω, «φτερά». «Α, δεν έχω», ανταπαντά µε απογοήτευση. «Ξέρετε ποιος έχει;» επιµένω εγώ. Νεκρική σιγή… Συνέχισα, λοιπόν, ανοίγοντας την πόρτα της στοάς Μακρίδη και βρέθηκα να ‘χω το φως κόντρα, να µε συντροφεύει στον διάδροµο µε τα κλειστά και άδεια καταστήµατα. ∆υο µαγαζιά έµειναν στο βάθος του, εκεί που είναι όλες οι πραµάτειες µαζί και πουλούν τα ίδια πράγµατα. Με αναθαρρυµένο τόνο στη φωνή, ρωτώ ξανά. «Φτερά έχετε;». «Ναι, έχουµε!»
Καρίνα Ιωαννίδου
Θεατρική συγγραφέας

Αυτό που θυµάµαι πιο έντονα όταν το βλέµµα µου συνάντησε το δικό του, είναι το θρόισµα που ένιωσα στην καρδιά, το τρέµουλο που µου λύγισε τα γόνατα, το σάλιο που στέγνωσε στο στόµα… Είχα µείνει… speechless. Τα µάτια του ήταν µεγάλα και υπνωτικά. Μεγαλόσωµος, µπρουνέτ, µυώδης, αρσενικός… Με σκάναρε, από πάνω έως κάτω και τούµπαλιν, ζάρωσε τα φρύδια του ακαθόριστα και µετά χάθηκε ξαφνικά, όπως εµφανίστηκε, στρίβοντας στο επόµενο στενό. Ένα τεράστιο ερωτηµατικό ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό µου. Με πάει; ∆ε µε πάει; Ή µήπως είναι στυλάκι αυτό;
Γενικά είµαι άνθρωπος χαµηλών τόνων, είµαι cool στον έρωτα. Ωστόσο, όταν αυτός έρχεται ύπουλα, εκεί που δεν τον περιµένεις, και σε υποβάλλει σε σκωτσέζικο ντους, κατακαλόκαιρο; Ε, δε θα αναρωτηθείς: «Γιατί κύριε βασανιστ-ά;;;»
Την άλλη µέρα του την «έστησα». Και νάτος ο µάγκας, προβάλλει από Μητροπόλεως. Η καρδιά µου άρχισε να χτυπάει δυνατά… πιο δυνατά… µέχρι που σταµάτησε! Ώπα λέω, take it easy, Νίκη! Μπρος πήγαινε αυτός και πίσω του «έσερνε» ένα κορίτσι. Χαριεντιζότανε και µετά εκείνη τον πήρε αγκαλιά, κι αυτός ο ψυχρός, το κρύο αίµα, ο killer, έγινε τρυφερός σαν γατούλης… και να… να χαϊδεύονται, να… να φιλιούνται … Να φιλιούνται µε γλώσσα!!! Ε, χωρίς ντροπή! Ο σαλιάρης! Πάνω που προσπαθούσα να συνέλθω, βλέπω δυο κοπέλες από το απέναντι καφέ να τον φωνάζουν: «Λένιν, Λένιν…» Ώστε, Λένιν, πουλάκι µου. Σκύλε, µαύρε, αράπη! Λένιν, ε; Και ξένη ράτσα! Και κοµµουνιστής! Τα πήρα πάλι! Και όχι άδικα! Γιατί αυτός µόλις είδε τα κορίτσια, παράτησε την πρώτη και όρµησε στην αγκαλιά τους. Ε, πείσµωσα τόσο, που αποφάσισα ανοιχτά πλέον να τον διεκδικήσω.
Το ίδιο κιόλας βράδυ τον περίµενα και µόλις τον είδα να έρχεται, τον πλησίασα και του φώναξα: «Θέλω να έρθεις σπίτι µου!» Εκείνος, µε κοίταξε µε µίσος! «Βρε, άει στο διάβολο! Τέρας!», ούρλιαξα. Ε, δεν άντεξα την ήττα και γύρισα να φύγω ντροπιασµένη… Και τότε έγινε κάτι αναπάντεχο. Με ακολούθησε ο µούργος µέχρι το σπίτι! Άνοιξα την πόρτα κι εκείνος τσουπ τσουπ… µπήκε µέσα!!! «Θέλεις κάτι να φας;» τον ρώτησα ναζιάρικα… Και τότε εκείνος γαύγισεεεε µε απαίτηση…
Eπιμέλεια: Εύη Καλλίνη
*Αναδημοσίευση απο το εξαμηνιαίο freepress περιοδικό του ΚΘΒΕ «ΠΡΑΞΗ» (Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2019)


Leave a Reply