
Φέτος το καλοκαίρι, η «Γκόλφω» του Σπυρίδωνος Περεσιάδη έρχεται να υπενθυµίσει στο κοινό πώς είναι να αγαπάς… µέχρι τελικής ανάσας. Την κλασική πλέον βαθιά συγκινητική ιστορία ανέλαβε να ζωντανέψει επί σκηνής ο σκηνοθέτης Χρήστος Παπαδηµητρίου, σε µία παράσταση που θα κάνει πρεµιέρα στο Υπαίθριο Θέατρο της Μονής Λαζαριστών.
Η «Γκόλφω» αποτελεί ένα έργο-σταθµό της σύγχρονης ελληνικής δραµατουργίας και έχει παρουσιαστεί, από το 1893 µέχρι σήµερα, σε πληθώρα θεατρικών σκηνών. Κατά τη γνώµη σας πού έγκειται η διαχρονικότητά του;
Από τις απαρχές της ιστορίας του θεάτρου, η αγάπη και ο θάνατος αποτελούν σταθερές συνισταµένες στη θεµατολογία του. Αν δεχτούµε ως κοινό τόπο τον ορισµό του Ισπανού θεατρικού συγγραφέα Λόπε ντε Βέγα, ότι το θέατρο είναι «τρία σανίδια, δύο άνθρωποι, ένα πάθος», ίσως µπορούµε να εντοπίσουµε τη διαχρονικότητα που εκλύεται από τον µυθικό κόσµο του Σπυρίδωνος Περεσιάδη. Τι πιο ελκυστικό από την αµόλυντη αγάπη που προδίδεται; Τι πιο καθηλωτικό από έναν επί σκηνής θάνατο; Γενικώς, το έργο προσφέρει µία δεξαµενή βαθιάς συγκίνησης και αυτός είναι ένας από τους λόγους που, ακόµα και έναν αιώνα µετά τη δηµιουργία του, παραµένει αρυτίδωτο.
Οι δύο πρωταγωνιστές δένονται µε µία αγνή και ανόθευτη αγάπη, πιστή σε ιδανικά και απρόσβλητη µέχρι το τέλος. Πόσο µπορεί να ταυτιστεί ο σύγχρονος άνθρωπος µε αυτή την απεικόνιση του ανιδιοτελούς έρωτα;
Παρά τη φρικτή προδοσία, το µεγαλείο της συγχώρεσης, συνυφασµένο µε την αµόλυντη αγάπη της Γκόλφως, είναι ένα στοιχείο ηρωικό και ροµαντικό που µάλλον δεν καλλιεργείται στη σύγχρονη αµοράλ εποχή µας. Ωστόσο, νοµίζω ότι το βάθος και η σπανιότητα αυτής της αγάπης δεν θα αφήσει ασυγκίνητους όσους παρακολουθήσουν την παράσταση. Επίσης, θεωρώ ότι το έργο αποτελεί ένα είδος επιστροφής στην ξεχασµένη µας αθωότητα, την οποία είµαι πεπεισµένος ότι όλοι διαθέτουµε ακόµη.
Καθώς µελετούσατε το κείµενο, επηρεαστήκατε από κάποιο συγκεκριµένο στοιχείο του για τη διαµόρφωση της σκηνοθετικής σας προσέγγισης;
Σε έναν βαθµό, η παραστασιακή αποτύπωση του έργου διαµορφώθηκε βάσει της πορείας του µέσα στον χρόνο. Η «Γκόλφω» ανήκε σταθερά στο ρεπερτόριο των θεατρικών µπουλουκιών, ενώ η παρουσία της στον «Θίασο» του Αγγελόπουλου θεωρείται εµβληµατική. Όλα αυτά συνέβαλαν στο να φανταστώ την παράσταση να ζωντανεύει µε ολιγοµελή θίασο σε πολλαπλή διανοµή. Επιπλέον, επέλεξα να είναι φορητή και αναδιπλούµενη επάνω σε πλωτά πατάρια, τα οποία προσφέρουν ποικιλοµορφία στην ανάπτυξη των σκηνών αλλά και µία αίσθηση αυτονοµίας σε επίπεδο ήχου και φωτισµού. Έπειτα, ο έµµετρος λόγος του κειµένου άνοιξε έναν δεύτερο κύκλο σκηνικών αναζητήσεων, στις οποίες συµπεριλαµβάνεται η «εν χορώ» λειτουργία του θιάσου και η οργανωµένη εµπλοκή της µουσικής.

Στη «Γκόλφω» έχετε αναλάβει δύο ξεχωριστούς ρόλους, αφενός αυτόν του σκηνοθέτη και αφετέρου αυτόν του ηθοποιού. Ποια θεωρείτε ότι είναι η διαλεκτική σχέση ανάµεσά τους;
Ο θεωρητικός του θεάτρου, Γκόρντον Κρέιγκ, είχε παροµοιάσει την παράσταση µε ένα πλοίο, όπου καπετάνιος είναι ο σκηνοθέτης και πλήρωµα οι ηθοποιοί. Αυτοί θα πλοηγήσουν το καράβι στη ρότα που έχει χαράξει ο καπετάνιος. Σε αυτόν τον παραλληλισµό, θέλω να προσθέσω τις ιδέες της συνδηµιουργίας, της οµαδικότητας και της στέρεης πίστης σε έναν κοινό ορίζοντα, στοιχεία που µεταλαµπαδεύονται από τον σκηνοθέτη στο σύνολο του θιάσου. Τι πιο ιδανικό από ένα θεατρικό σχήµα που µοιράζεται από κοινού ανάσα και παλµό!
Έχετε επιλέξει να «ντύσετε» την παράσταση µε ζωντανή µουσική επί σκηνής από τον Μανόλη Σταµατιάδη. Ποια είναι η σηµασία του ήχου στην εξέλιξη της παράστασης;
Ως άνθρωπος-ορχήστρα, ο Μανόλης Σταµατιάδης θα εκτελέσει επί σκηνής τις πρωτότυπες µουσικές συνθέσεις του Άλκη Κανίδη, χρησιµοποιώντας έναν συνδυασµό τεχνολογίας και φυσικών µουσικών οργάνων. Οι µελωδίες, τα τραγούδια και τα ηχοτοπία που προέκυψαν κατά την προετοιµασία της παράστασης αποτελούν αναπόσπαστο µέρος της δραµατουργίας της. Εξάλλου, από την αρχή της πορείας µας, στόχος ήταν η συνδιαλλαγή µουσικής και κείµενου για τη δηµιουργία µία αυθύπαρκτης αρµονίας.
Έπειτα από µία πρωτόγνωρη περίοδο κοινωνικής αποστασιοποίησης και περιορισµού, πώς πιστεύετε ότι θα ανταποκριθεί το κοινό στην έναρξη των θεατρικών παραστάσεων;
Μόνο ο χρόνος θα δείξει αν το κοινό θα κατέχει την ψυχολογία του συναθροίζεσθαι σε πολιτιστικά θεάµατα. Ό,τι και να εικάσει κανείς, η κατάσταση δυστυχώς είναι κορώνα (!) ή γράµµατα. Για την ώρα, είναι κάπως ενθαρρυντική η αίσθηση και τα πράγµατα δείχνουν ότι αποκτούν µια οµαλότητα. Ωστόσο, αν προκύψει κάποια έξαρση και µε ένα υπαρκτό ενδεχόµενο —έστω επιµέρους— καραντίνας, το κοινό ίσως φοβηθεί και λουφάξει.
Η σύγχρονη καθηµερινότητα είναι συνήθως γεµάτη υποχρεώσεις. Τι είναι αυτό που σας προσφέρει µία ανάσα;
Τρέξιµο στην παραλία, ένας καφές µε φίλους, γιόγκα, διαλογισµός, καλλισθενική γυµναστική, διάβασµα, σινεµά, τηλεοπτικές σειρές. Με τις ανάσες του ο καθείς.
Πραγµατοποιήσατε τις θεατρικές σας σπουδές, αλλά και εργάζεστε επί σειρά ετών στη Θεσσαλονίκη. Με το πέρασµα του χρόνου, πώς έχει αλλάξει η πόλη στα µάτια σας;
Ενώ πλέον διαθέτει έναν πιο πλουραλιστικό χαρακτήρα στις επιλογές που προσφέρει στο κοινό, δυστυχώς εξακολουθεί να µη λειτουργεί το µοντέλο της αποκέντρωσης σε επίπεδο καλλιτεχνικής παραγωγής. Ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι στη Θεσσαλονίκη αιωρείται ακόµα ένας ροµαντισµός στον τρόπο µε τον οποίο συµβαίνουν τα πράγµατα.
Αν είχατε τη δυνατότητα να εξαλείψετε ένα αρνητικό χαρακτηριστικό του ανθρώπινου γένους, ώστε να κάνετε τον κόσµο καλύτερο, ποιο θα ήταν αυτό;
Θα ήθελα να εξαλειφθεί η καλλιεργηµένη ανικανότητα που µας εµποδίζει να βλέπουµε µε τα µάτια του άλλου. Να πάψει η υπέρτατη θεοποίηση του εγώ. ∆εν είµαστε θεοί κανενός σύµπαντος, ένα µέρος του όλου είµαστε.
Συνέντευξη στη
Λία Κατσανά
Φωτογραφίες:
Τάσος Θώμογλου
*Αναδημοσίευση από το εξαμηνιαίο freepress περιοδικό του ΚΘΒΕ «ΠΡΑΞΗ» (ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ-ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2020)


Leave a Reply