Αργυρώ Καπαρού: Η Θεσσαλονίκη είναι η μητέρα πολλών μουσικών συναντήσεων

Δύο σπουδαίες φωνές του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού συναντώνται στη Θεσσαλονίκη για μία βραδιά και μας συντροφεύουν σε ένα ρομαντικό μουσικό ταξίδι πίσω στο χρόνο… Την Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου, στη μουσική σκηνή «Ξέφωτο», η Ερωφίλη και η Αργυρώ Καπαρού παρουσιάζουν την παράσταση με τίτλο «Όταν η Nouvelle Vague …έφερε το ελληνικό Νέο Κύμα», και ερμηνεύουν σημαντικά τραγούδια που αγαπήθηκαν και επανασύστησαν την ελληνική ποίηση στο κοινό. Με αφορμή την εμφάνισή της στην πόλη, η Αργυρώ Καπαρού μίλησε στο praximag για το Νέο Κύμα, το τραγούδι, το παρελθόν αλλά και τη Θεσσαλονίκη.

Η μουσική σας παράσταση είναι αφιερωμένη στο Νέο Κύμα και στη διάρκειά της θα ερμηνεύσετε μερικά από τα πιο αγαπημένα τραγούδια της δεκαετίας του ’50. Μέσα από ποιες διαδικασίες γεννήθηκε η ιδέα αυτή;
Πριν από τρία χρόνια είχαμε παρουσιάσει στα πλαίσια του φεστιβάλ «Μικρό Παρίσι των Αθηνών» ένα αφιέρωμα στον Γιάννη Σπανό, με ιδιαίτερη έμφαση στην Nouvelle Vague και την πρωτοβουλία του συνθέτη να την εισάγει στην Ελλάδα ως είδος με τον όρο «Νέο Κύμα». Έτσι, φέτος μας ζήτησαν να παρουσιάσουμε ευρύτερα το αγαπημένο ρεπερτόριο του Νέου Κύματος στα Χανιά και από εκεί ξεκίνησε το νήμα αυτού του ταξιδιού. Το κάλεσμα ήταν πρωτοβουλία του αντιδημάρχου Χανίων Γιάννη Γιαννακάκη.

Τι ιδιαίτερο έχει για εσάς η μουσική της εποχής του Νέου Κύματος;
Η ιδιαιτερότητα των τραγουδιών είναι εμφανής καταρχάς στην επιλογή ενός ποιητικού λόγου, ή κοινωνικού στίχου, ή ακόμα και στη λιτή χρήση των οργάνων, κυρίως εγχόρδων. Επίσης, έχει μια αμεσότητα στην επαφή του ερμηνευτή με το κοινό, ιδίως για όσους εκείνη την εποχή τραγουδούσαν με μια κιθάρα, όπως η Αρλέτα, ο Σαββόπουλος, ο Πουλόπουλος και ο Λοΐζος λίγο αργότερα. Ακόμα και η λαϊκότερη εκδοχή τους είχε λιτή ενορχήστρωση, ενώ αρκετά τραγούδια διέθεταν και το στοιχείο της προσωπικής αφήγησης.

Χάρη στη μοναδική φωνή σας, έχετε τη δυνατότητα να κινείστε σε πλήθος μουσικών ειδών. Υπάρχει κάποιο που ξεχωρίζετε περισσότερο;
Δεν νομίζω ότι κινούμαι σε πολλά διαφορετικά είδη, ειδικά στην δισκογραφία μου. Βέβαια, στα ζωντανά προγράμματα και τις παραστάσεις, σίγουρα έχω μεγαλύτερη ελευθερία να παίξω με διαφορετικά ρεπερτόρια, ωστόσο όλα εντάσσονται σε αυτό που ονομάζουμε σύγχρονο τραγούδι. Ακόμα κι αν επιλέξω ένα ρεμπέτικο ή ένα γκόσπελ ή ένα δημώδες τραγούδι μας, θα το πω μέσα από τον τρόπο αυτό. Αγαπώ να ερμηνεύω ωραία μουσικά κομμάτια, είτε από το ελληνικό, είτε από το διεθνές ρεπερτόριο. Όσον αφορά στο τι θα επιλέξω να πω, είναι πρώτα ο στίχος, το ποίημα και η μουσική που με παρακινούν, όχι το είδος.

Πώς θα περιγράφατε τη συνεργασία σας με την Ερωφίλη; Ποια κοινά στοιχεία σας συνδέουν τόσο μουσικά όσο και προσωπικά;
Και οι δύο είμαστε Κρητικοπούλες, έχουμε σπουδάσει σύγχρονο τραγούδι με δασκάλα την Άννα Διαμαντοπούλου του Εθνικού Ωδείου και είχαμε στο ντεμπούτο μας τον ίδιο παραγωγό στη δισκογραφία, τον Κώστα Χατζηδουλή. Η συνεργασία μας είναι πάντα εύκολη, γιατί δείχνουμε αγάπη, σεβασμό και θαυμασμό η μία για την άλλη, ενώ μας αρέσει η συνήχηση των φωνών μας, διότι και οι δύο θεωρούμε ότι ταιριάζουν οι ήχοι μας.

Έχετε συμπληρώσει πάνω από 30 χρόνια στον χώρο του τραγουδιού. Ποιες είναι οι αναμνήσεις που ξεχωρίζετε ιδιαίτερα από το ξεκίνημά σας έως σήμερα;
Όταν τραγουδάς στη σκηνή από νεαρή ηλικία, οι αναμνήσεις είναι πολλές… Δεν ξεχνιέται η πενταετής συνεργασία μου με τον αγαπημένο Μανώλη Μητσιά, ο οποίος με πρωτοανέβασε στη Θεσσαλονίκη και τελικά πέρασα οχτώ μήνες περίπου τραγουδώντας στη Βόρεια Ελλάδα. Έπειτα, ξεχωρίζω ιδιαίτερα τη σύμπραξή μου με τον Λάκη Χαλκιά, την επταετή συνεργασία μου με τον Σταμάτη Κραουνάκη, αλλά και την επί οκτώ έτη έως και σήμερα συνοδοιπορία μου με τη Λίνα Νικολακοπούλου και τη Δάφνη Αλεξανδρή, από την οποία προέκυψε και το τέταρτο προσωπικό μου άλμπουμ «Χειρολαβές». Φυσικά, δεν ξεχνώ και την πιο πρόσφατη συνεργασία με τον συνθέτη Δημήτρη Μαραμή στο έργο του «Οι Στοιχειωμένοι» και τους αγαπημένους εκ Θεσσαλονίκης ερμηνευτές Θοδωρή Βουτσικάκη και Ελένη Δημοπούλου, μαζί με τους οποίους μοιραστήκαμε τη σκηνή του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών το 2019. Τέλος, μοναδικές εμπειρίες θεωρώ τις ερμηνείες των «Αυτά που κάψανε το σανίδι» στο Ηρώδειο το 2008, «Αβάντι Ντάριο» το 2015, και «Χορικά-Αιώνια θητεία στο κάλλος» στη Μικρή Επίδαυρο το 2005.

Τι επίδραση είχαν επάνω σας οι εμπειρίες από τη ζωή σας στο εξωτερικό;
Επί τρία χρόνια έζησα εκτός Ελλάδος, αρχικά στο Παρίσι και αργότερα στη Νέα Υόρκη. Η παραμονή μου στο εξωτερικό μου έδωσε την ευκαιρία να δω από κοντά πολλές μεγάλες μουσικές παραγωγές, όπως χορό και μιούζικαλ, και να μετεκπαιδευτώ στον τομέα μου. Επιπλέον, η συναναστροφή μου με σημαντικούς καλλιτέχνες με βοήθησε να κατανοήσω ότι, δουλεύοντας σταθερά προς την ίδια κατεύθυνση με απλότητα και επιμονή, πάντοτε – αργά η γρήγορα – έρχεται η στιγμή της ανταμοιβής σου.

Τραγουδάτε σε πλήθος ξένων γλωσσών, κυρίως από την περιοχή της Μεσογείου. Πώς προσεγγίζετε ένα τραγούδι γραμμένο σε μία γλώσσα διαφορετική από τη μητρική σας; Συνδέετε κάθε μία από τις γλώσσες αυτές με κάποιο ιδιαίτερο συναίσθημα;
Το σημαντικό είναι να γνωρίζεις τι λέει ο στίχος, να ακούσεις με μεγάλη προσοχή τον ήχο της γλώσσας και την προφορά του πρώτου ερμηνευτή, και έπειτα να το τραγουδήσεις με τον δικό σου τρόπο, όχι απλώς να το αντιγράψεις. Έπειτα, η κατανόηση του στίχου, της μουσικής και του ήχου της κάθε γλώσσας ξεχωριστά καθοδηγούν συνδυαστικά το αίσθημα μου και τον ερμηνευτικό μου τρόπο.

Υπάρχει κάτι που σας λείπει από τη σημερινή ελληνική μουσική;
Μου λείπει κάτι καινούργιο, που θα με συγκινήσει βαθιά και θα με συνδέσει με τη μνήμη του τόπου μου, με τη γενιά των γονιών μου, αλλά με έναν τρόπο φρέσκο και γνήσιο… Η έκπληξη δεν είναι αυτοσκοπός. Από τους σύγχρονους δημιουργούς, ο Μαραμής είναι ένας από τους λίγους που με συγκινεί.

Η Θεσσαλονίκη είναι μία πόλη που έχει συνδεθεί με την εμφάνιση πρωτοπόρων μουσικών κινημάτων, ενώ αποτελεί και την πατρίδα πολλών μεγάλων Ελλήνων καλλιτεχνών. Ποια είναι εκείνα τα στοιχεία της πόλης που την κάνουν τόσο προσφιλή στους μουσικούς;
Η Θεσσαλονίκη δεν είναι απλά προσφιλής στους καλλιτέχνες, είναι η μητέρα πολλών μουσικών συναντήσεων, διαφορετικών πολιτισμών, γενεών και μουσικών δρόμων, αλλά και η γενέτειρα πλήθους καλλιτεχνών. Ο παππούς μου ο Γιάννης, ο πατέρας της μητέρας μου, ήρθε στην Θεσσαλονίκη από την Κωνσταντινούπολη το 1922, έζησε τρία χρόνια στο κέντρο της πόλης, και μετά κατέβηκε στον Πειραιά όπου έκανε οικογένεια. Ένα σπουδαίο τραγούδι που μου χάρισε η εγγονή της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, δίνοντάς μου τον στίχο της, και μελοποίησε ο συνθέτης Τάσος Γκρους, είναι «ο Παναγής» που αγαπήθηκε πολύ στη Θεσσαλονίκη και εμπεριέχει στοιχεία από την αργκό τον Μικρασιατών. Αν η πλευρά της μητέρας μου δεν είχε Μικρασιατική καταγωγή, ίσως να μη μπορούσα να το ερμηνεύσω με τον ίδιο τρόπο.

Ποια είναι τα επόμενα καλλιτεχνικά σας σχέδια;
Ετοιμάζουμε πολλά καινούρια τραγούδια με τη Λίνα Νικολακοπούλου και τη Δάφνη Αλεξανδρή, ενώ σύντομα θα ξεκινήσει η περιοδεία της παράστασης «Ακροπόλ Παλλάς 61′ – Όταν η Κάλλας συνάντησε τη Βέμπο», σε σκηνοθεσία του Βασίλη Αναστασίου. Παράλληλα, συνεχίζω τις συναυλίες μαζί με την Ερωφίλη, και στις 3 και 4 Οκτωβρίου θα ανεβώ και πάλι στη Θεσσαλονίκη για τη μουσική παράσταση του Δημήτρη Μαραμή «Οι Στοιχειωμένοι», η οποία θα παρουσιαστεί στο Μέγαρο Μουσικής σε σκηνοθεσία Θάνου Παπακωνσταντίνου.

Συνέντευξη στη Λία Κατσανά

Leave a Reply