Άννα Φωκά: «Η ζωγραφική είναι µία οικουμενική γλώσσα»

Με τις «αποσκευές» του νου της γεµάτες µνήµες και όνειρα, η Άννα Φωκά επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη για να εγκαινιάσει τη νέα ατοµική της έκθεση µε τίτλο «Vestiges: αυτό που µένει και άλλες ιστορίες» που πραγματοποιείται στο Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης και θα διαρκέσει µέχρι τις 8 Νοεμβρίου 2019. Σε µία συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης στο praximag.gr, η ανατρεπτική καλλιτέχνης µίλησε για τα έργα της, για το ταξίδι της στον κόσµο των αναµνήσεων, αλλά και τη Θεσσαλονίκη του παρόντος και του παρελθόντος.

Ποια θεµατική αποτέλεσε την αφετηρία σας για τη δημιουργία της συλλογής
Vestiges;

Η κεντρική θεµατική της συγκεκριμένης σειράς έργων σχετίζεται µε το νόστο. Έχει να κάνει δηλαδή µε την επιστροφή – νοερή, κυρίως – στην πόλη µου, τη Θεσσαλονίκη. Όσο για την επιλογή του Γαλλικού Ινστιτούτου, δεν ήταν καθόλου τυχαία. Έχω σπουδάσει σε αυτόν τον χώρο την εποχή που στέγαζε ένα παράρτηµα της Σχολής Καλών Τεχνών του Saint-Étienne, µε καθηγητές µια οµάδα αξιόλογων Ελλήνων καλλιτεχνών που είχαν όλοι τους µια ιδιαίτερη σχέση µε τη Γαλλία. Πώς κατέληξα να εκθέτω σε αυτή την υπέροχη αίθουσα; Καθαρά συμπτωματικά! Η γνωριµία µου µε την υπεύθυνη πολιτιστικών, Μαριάνθη Πάσχου, και στη συνέχεια µε τον Γάλλο Πρόξενο και τωρινό διευθυντή του Ινστιτούτου, Philippe Ray, ήταν καταλυτική. Με υποδέχθηκαν και οι δύο
µε ιδιαίτερη θέρµη, συζητήσαµε για την πιθανότητα µιας ατοµικής έκθεσης µε τη συγκεκριμένη θεµατική, και από εκεί και πέρα απλά συνέχισαν να µε στηρίζουν σε κάθε φάση του πρότζεκτ.

Μέσα στη ροή του χρόνου, το παρελθόν είναι ταυτόχρονα παρόν και απόν. Με ποιους τρόπους επηρεάζουν το έργο σας οι αναµνήσεις;

Το έργο µου είναι σαφώς επηρεασμένο από τις αναµνήσεις µου, αλλά όχι µόνο. Καµιά επιστροφή στο παρελθόν δε µπορεί να είναι ατόφια. Όταν επαναφέρουµε στη συνείδηση παλαιότερες παραστάσεις, αναπόφευκτα, προσθέτουµε και φανταστικά στοιχεία. Με άλλα λόγια πλάθουµε µύθους που, µε έναν παράξενο τρόπο, συχνά προσεγγίζουν την πραγματικότητα µε πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια από ό,τι θα το έκανε µια φαινομενικά αντικειμενική καταγραφή γεγονότων. Τι άλλο να σου πω για τη σχέση µου µε το παρελθόν; Δεν είµαι από τους ανθρώπους που προσκολλώνται σε αυτό, κι ούτε πιστεύω πως παλιά τα πράγµατα ήταν απαραίτητα καλύτερα. Τα παρελθόν το
µελετώ, προσπαθώ να µάθω από αυτό. Με σαγηνεύει, δε µε παγιδεύει.

Στους πίνακές σας, συνδυάζετε ετερόκλητα στοιχεία όπως υπαρκτά και φανταστικά πρόσωπα µε εγκαταλειμμένους χώρους και δυστοπικά τοπία. Με ποιο κριτήριο επιλέγετε τους χαρακτήρες αυτών των ιδιαίτερων «κολλάζ»;

Μέσα από αυτά τα σουρεαλιστικά «κολλάζ» όπως τα αποκαλείς (και δεν έχεις άδικο), προσπαθώ να αποδώσω τον οξύµωρο χαρακτήρα ορισμένων καταστάσεων που συναντώ καθημερινά γύρω µου. Ζούµε σε έναν παρανοϊκό κόσµο γεµάτο αντιφάσεις. Οι άνθρωποι επικοινωνούν ακατάπαυστα, αλλά σε ένα πολύ επιφανειακό επίπεδο.Πολλές φορές συνυπάρχουν χωρίς να γνωρίζονται ουσιαστικά. Αυτή την αποξένωση προσπαθώ να απεικονίσω, γι’αυτό και χρησιμοποιώ ανόµοιους χαρακτήρες. Πώς τους διαλέγω; Ανάλογα µε το περιεχόμενο της αφήγησης και τις εντάσεις που θέλω να δημιουργήσω. Χοντρικά πάντως θα μπορούσαµε να πούµε πως πρόκειται για αρχετυπικές φιγούρες, συµβολικές εκφράσεις δηλαδή του συλλογικού ασυνείδητου.

Με µία φράση, πώς θα ορίζατε το ύφος της ζωγραφικής σας;

Με µία φράση θα έλεγα πως κάνω µια ζωγραφική παραστατική, αφηγηµατική, µε έντονο το στοιχείο του χιούμορ, και µε µια σαφή ροπή προς το φανταστικό.

Ως εικαστική καλλιτέχνης, τι θεωρείτε ότι αποκαλύπτει η ζωγραφική που δεν µπορεί να αποκαλύψει ο λόγος;

Υποθέτω πως ένας επιδέξιος χειριστής του λόγου – ένας ταλαντούχος συγγραφέας, για παράδειγμα, ή ένας ποιητής – θα είναι ικανός να αποδώσει λεκτικά αυτό που εγώ αδυνατώ. Πάντα έλεγα πως µητρική µου γλώσσα είναι τα εικαστικά. Δεν ξέρω αν είναι αναπηρία ή προσόν. Πάντως το γεγονός ότι χρησιμοποιώ την εικόνα για να εκφράσω έννοιες, διευκολύνει την επικοινωνία µου µε τον θεατή. Η ζωγραφική, η τέχνη γενικότερα, είναι µια γλώσσα οικουμενική. Αν κάποιος, δηλαδή, διαθέτει κάποιους στοιχειώδεις κώδικες, σε όποιο σηµείο του κόσµου κι αν βρίσκεται, µπορεί να κατανοήσει το έργο.

Ζείτε και εργάζεστε στο Παρίσι. Πώς αισθάνεστε που επιστρέφετε στην γενέτειρά σας για να παρουσιάσετε τη νέα σας συλλογή;

Χαίροµαι ιδιαίτερα που επιστρέφω στη Θεσσαλονίκη γιατί όλα από εδώ ξεκίνησαν, κι είναι συγκινητικό να επανέρχεται κάνεις στην αφετηρία του προσωπικού του ταξιδιού. Αυτό δεν αναιρεί βέβαια την αγάπη µου για το Παρίσι όπου διάλεξα να ζω. Διάλεξα στα αλήθεια άραγε; Ώρες-ώρες αναρωτιέµαι… Πώς θα είχε εξελιχθεί η ζωή µου αν εξακολουθούσε να υπάρχει οικονοµική ευημερία στην Ελλάδα; Ποτέ δεν θα το µάθω. Πάντως, για να επανέλθω στην ερώτηση, είναι χαρά και τιµή για µένα να δείχνω τη δουλειά µου στο κοινό της Θεσσαλονίκης, κι ανυπομονώ να δω πώς αυτό θα την εισπράξει.

Στα χρόνια που απουσιάζετε από την Θεσσαλονίκη, πώς έχει αλλάξει στα µάτια σας η πόλη;

Η πόλη έχει εξελιχθεί σε όλα τα επίπεδα και αυτό την τιµά φυσικά. Ειδικά στον πολιτιστικό τοµέα, έχουν γίνει κάποια σηµαντικά βήµατα και χαίροµαι ιδιαίτερα για αυτό. Δυστυχώς η εξέλιξη έχει και κάποιες αρνητικές συνέπειες: η εξάπλωση της πόλης και η αύξηση του πληθυσµού ενέτειναν τη µόλυνση και το αρχιτεκτονικό χάος… Αλλά ίσως τελικά να είναι κι αυτό µέρος του “τοπικού χρώµατος”!

Ποια στοιχεία της πόλης σάς έχουν προσφέρει έµπνευση για τους πίνακές σας;

Άπειρα πράγµατα! Οι αγορές της Θεσσαλονίκης, τα σοκάκια της, κάποια νεοκλασικά
κτίρια (τα λιγοστά που έχουν διασωθεί), και φυσικά η παραλία µε τον ασύγκριτο ορίζοντα της. Δεν ξέρω αν οι Θεσσαλονικείς συνειδητοποιούν πόσο σηµαντική είναι αυτή η οπτική επαφή µε τη γραµµή του ορίζοντα. Δίνει άλλη προοπτική στη ζωή, κυριολεκτικά και µεταφορικά. Κοιτάζοντας αυτή τη θέα, ακόµη κι ένα παιδί από µια επαρχιακή πόλη µπορεί να οραματιστεί τον εαυτό του µεγάλο, κάπου αλλού. Είναι σπουδαίο πράγµα…

 

Άννα Φωκά

Συνέντευξη στη Λία Κατσανά

Leave a Reply