
Στον καφενέ της Σύνθιας και του Ευθύμη, ο χρόνος είναι γεμάτος μουσικές, χορό, χειροποίητες νοστιμιές και εξομολογήσεις. Η Μαρία μου αφηγείται την ιστορία της οικογένειάς της, την εποχή της μετανάστευσης στην Αμερική.
Το χωριό τους, μια καρτ ποστάλ. Η Καστάνιανη της Κόνιτσας, μαστοροχώρι θρυλικό. Στα Βέρβενα βρήκα τους μεταμοντέρνους «ΕΑΜίτες», τους Ερωτικούς Αμετανόητους Μετανάστες, αυτούς δηλαδή που ερωτεύτηκαν κι έφτιαξαν εδώ στην Αρκαδία, ψηλά στον Πάρνωνα, τον καινούργιο τους τόπο. «Αμάν στα Βέρβενα, στα Βέρβενα… κει εις τον ωραίον τόπον, κει π’ αρέσει των ανθρώπων». Στην Εράτυρα της Κοζάνης, ανακάλυψα τον Ελ Γκρέκο των Βαλκανίων, τον Γεώργιο Μανουήλ. Οι αγιογραφίες του, στο Ναό του Αγίου Γεωργίου, είναι το κόσμημα του χωριού, παρηγοριά και πίστη. Μαθαίνω από τις γυναίκες του χωριού, τι πάει να πει «χωρατάς»- οι πρωινές ή απογευματινές τους συναντήσεις-συζητήσεις για όλα τα μεγάλα και μικρά της καθημερινότητας τους. Ακούω τη σοφία τους και τα καλαμπούρια τους. Ο αέρας μοσχοβολάει πορτοκάλι στην Καρυά Αργολίδας. Στο χιονισμένο Αρτεμίσιο όρος, σ’ ένα τοπίο γεμάτο θρύλους και μύθους, ο Σωτήρης μού μιλάει για τους αγώνες ορεινού τρεξίματος που γίνονται κάθε Δεκέμβριο.


Πώς φτιάχνουν στο Ληξούρι της Κεφαλλονιάς, την πεντανόστιμη αγκιναρόπιτα με κουκιά και αρακά; Στους Πετανούς, κυριολεκτικά πετάει ο νους. Κυριακή στο Μεταξοχώρι της Λάρισας ή αλλιώς το «χωριό των καλλιτεχνών». Από τη δεκαετία του 1970, άνθρωποι του θεάτρου και της μουσικής έχουν σμιλέψει εδώ μια άλλη δική τους πατρίδα. Οι ντόπιοι θυμούνται στιγμές με τον Μποστ και τον Λουκιανό Κηλαηδόνη. Εδώ και το στέρεο σπίτι του Θανάση Παπακωνσταντίνου. «Όσες κι αν χτίζουν φυλακές, κι αν ο κλοιός στενεύει, ο νους μας είναι αληταριό, που όλο θα δραπετεύει». Δυο αερικά, ο παππούς Αντώνης και η Στέλλα χορεύουν ένα μαγικό βαλς. Στην Αγιά της Πάργας μαγειρεύουμε λιακρόρι και ντρογάτσι. Και φυσικά απαντάμε στην ερώτηση: «Γιατί εδώ, όλοι και όλες αγαπάνε τόσο πολύ τις πεθερές τους»; Τόπος ανεξερεύνητος και καταπράσινος, χωριό λουσμένο στο νερό και πληγωμένο από τις θεομηνίες: η Βατσουνιά της Καρδίτσας, της Αμαλίας και του Δημήτρη.

Σκαρφαλώνω στην Καραβούλα, στην κορυφή Αφεντικό, στην αιώνια πηγή της ζωής, την Γκούρα. Το δάσος ανασαίνει ξανά στις Γούβες της Εύβοιας. Η χορωδία του Γυμνασίου-Λυκείου, μας αφιερώνουν το «Ετίναξε την ανθισμένη αμυγδαλιά» του Γεωργίου Δροσίνη. Ο πύργος του ποιητή, μουσείο πλέον με τα ενθύμια του, υψώνεται σαν σύμβολο στο κέντρο του χωριού. Οι σιδερένιες σιδηροδρομικές γέφυρες της Παπαδιάς και του Ασωπού- αριστουργήματα της μηχανικής και ιστορικά τοπόσημα του Μπράλου. Καθεμιά κι ένα ξεχωριστό αφήγημα που ξεκινάει από τις αρχές του 20ου αιώνα και φτάνει ως τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και το σήμερα. Ταξίδι στον χρόνο, στους θρυλικούς Άλμωπες, στα αρχαία ιαματικά λουτρά Πόζαρ, στην άκρη του Καϊμάκτσαλαν. Περνάω μια ολόκληρη μέρα παρέα με τους υλοτόμους τους χωριού (τους ντραβανάρηδες). Με τον «Όρκο» και το «Αλφαβητάρι του έρωτα» ξεκινάει το γλέντι στην Παναγιά της Θάσου. Χάνομαι γιατί ρεμβάζω στο Μονοπέτρι και γίνομαι ένα με τα παιδιά του Πολιτιστικού Συλλόγου, που έχει και το όνομα και τη χάρη του Βάκχου. Από τη μια η οροσειρά του Ταΰγετου κι από την άλλη ο Μεσσηνιακός κόλπος. Και στη μέση ένα πετρόχτιστο χωριό πνιγμένο στους ελαιώνες. Για το Πραστείο ή Προάστιο και την μανιάτικη ψυχή έχουν μιλήσει πολλοί περιηγητές, από τον Παυσανία της αρχαιότητας ως τον Άγγλο Πάτρικ Λι Φέρμορ. Τι εννοούν οι Σεριφιώτες όταν λένε «μ’ έπιασε φαλαγγονία»; Κυριακή στη Σέριφο της ιστορίας- από την αρχαιότητα ως τη θρυλική απεργία των μεταλλωρύχων τον Αύγουστο του 1916, της μυθολογίας (ο Περσέας και η Ανδρομέδα ζούνε ακόμα εδώ), των παράξενων καιρικών φαινομένων (ηλεκτρικές καταιγίδες), του μυστηρίου και της άγριας κι άψαχτης ομορφιάς. Η γιορτή στην πλατεία Δημαρχείου έχει σουράβλι και τουμπί, έχει τον «Ποταμό» (εθνικός ύμνος του νησιού), έχει τον «κεραστή» της, τη «σούστα» και τον «Μαλακό».


Στη Σμίξη, αφιερώνουμε στους κτηνοτρόφους το τραγούδι των παππούδων τους, «Πότε θα έρθει η άνοιξη». Όλο το χωριό μαζί, σ’ έναν κύκλο χορεύουμε τον Τρανό χορό της αγάπης. Η Πόπη και η Καλίτσα ανεβάζουν τη θερμοκρασία, με το κέφι τους. Τι είναι άραγε το «Απαγορευμένο»; Οι Νισύριοι μεγαλώνουν δίπλα στους κρατήρες, τον Στέφανο και τον Πολυβώτη. Όλοι θυμούνται τη συναυλία του Νίκου Παπάζογλου, στο ηφαίστειο. Η Νίσυρος ήταν η δεύτερη του πατρίδα. Το κόκκινο μαντήλι στην πόρτα του σπιτιού του, στα Νικιά θυμίζει τάμα. «Ντουμίνικ του χουάρε μάτα», που θα πει «Κυριακή στο χωριό ξανά», στα βλάχικα. Ξημερώνει στην Τζούρτζια Ασπροποτάμου, στα ριζά της Κουρούνας, το βουνό που κυριολεκτικά σκεπάζει το χωριό και δεν σ’ αφήνει, ώρες και φορές, να πάρεις ανάσα. Μια νησιώτισσα από τη Σύμη, όταν έφτασε εδώ, άντεξε μονάχα τέσσερις μέρες. Έφυγε ξεστομίζοντας το απαράμιλλο, «δεν βλέπω Θεό». Γιατί οι βλάχοι όταν θέλουν να τιμωρήσουν κάποιον τον βάζουν στον ήλιο; Γιατί η παραλία στον Αχελώο, ονομάζεται «Αλέκος»; Μια βουτιά στο «μαντάνι του δαίμονα» κι όλα έρχονται στα ίσα τους. Ο δρόμος προς την Κουιάσα είναι γεμάτος χαρούμενα δέντρα και νερό, ακούω το νερό, ακούω και την αγάπη. Εμείς εδώ στους Καλαρρύτες έχουμε βαφτίσει Κουιάσα την αστείρευτη ενέργεια της φύσης. Κουιάσα δηλαδή, είναι η καλή μας νεράιδα. Αύριο φεύγουμε για την πατρίδα του Δημόκριτου, τα Άβδηρα. «Ατομική μου ενέργεια κι ανάσα μου στα χείλη, την πρώτη ουσία, την αρχή σηκώστε με να δω, όχι από περιέργεια, μα δεν χωράω στην ύλη…»
ΓΡΑΦΕΙ: Κωστής Ζαφειράκης
*Η εκπομπή “Κυριακή στο χωριό ξανά” προβάλλεται στην ΕΡΤ3 και στο ERTFLIX
Αναδημοσίευση από το εξαμηνιαίο free press περιοδικό του ΚΘΒΕ «ΠΡΑΞΗ» (ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ – ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2025)

