
Ο Αλέξανδρος Μιχαήλ είναι ο καλλιτεχνικός επιμελητής της εικαστικής έκθεσης με τίτλο To Whom It May Concern. Είναι η έκθεση που παρουσιάζεται εδώ και μέρες στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, στο λιμάνι. Είναι η έκθεση που ασχολείται, ρίχνει φως, εικόνα και ήχο σε κάτι που κανείς μας δεν συζητά ευχάριστα: σε μια αρρώστια. Στο στίγμα που λέγεται HIV.
Κατά την επίσκεψή μου στην έκθεση συνομίλησα με τον Αλέξανδρο Μιχαήλ για όλα όσα δημιούργησε μαζί με την ομάδα που συμμετείχε στο project. Τον ρώτησα για την πρωτοβουλία, τα έργα, τους λόγους, τους ανθρώπους, την πόλη. Κι εκείνος απάντησε σε όλα, δικαιολογώντας μας ξεκάθαρα τον τίτλο που επέλεξαν για το project αυτό: To whom it may concern. Γιατί μας αφορά – όλους.
Πείτε μας πως ξεκίνησε το project αυτό, η ιδέα, η πρωτοβουλία και μιλήστε μας για την εξέλιξη και υλοποίησή του.
Την αφορμή έδωσε η ανοιχτή πρόσκληση του START – Create Cultural Change, ενός προγράμματος που στηρίζει πολιτισμικά πρότζεκτ στην Ελλάδα που επιδιώκουν την κοινωνική αλλαγή και υλοποιείται με την υποστήριξη του Ιδρύματος Robert Bosch σε συνεργασία του Ινστιτούτου Γκαίτε Θεσσαλονίκης και της Ένωσης Κοινωνικοπολιτισμικών Κέντρων της Γερμανίας. Αιτήθηκα με αυτή την ιδέα και η πρόταση ήταν επιτυχής. Σε αυτό το πλαίσιο μπόρεσε να αναπτυχθεί αλλά και να υλοποιηθεί το To Whom It May Concern σε συνεργασία με το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, τη «Θετική Φωνή», Σύλλογο Οροθετικών Ελλάδος και τη ΜΚΟ «Κέντρο Ζωής» για την υποστήριξη όσων ζουν με HIV.
Πόσοι άνθρωποι ασχολήθηκαν δημιουργικά με την εγκατάσταση; Πόσοι και από ποιες ομάδες/φορείς είναι οι δημιουργοί;
Μια μικρή ομάδα ανθρώπων που ζουν με τον HIV- ως οροθετικοί ή οικείοι – ή εργάζονται στις δομές που τους στηρίζουν. Η σύσταση της ομάδας ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα. Τα εμπόδια που έπρεπε να ξεπεραστούν πολλά. Όσοι ήρθαν έπρεπε να αποκαλύψουν την οροθετικότητά τους ή τη σύνδεση τους με αυτήν και σε εμένα προσωπικά αλλά και σε μια άγνωστη ομάδα ανθρώπων. Και έπρεπε να μιλούν τακτικά για κάτι για το οποίο οι ίδιοι ενδεχομένως θα ήθελαν να σωπαίνουν. Αυτό απαιτούσε και θάρρος αλλά και πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη και σε εμένα και στην ομάδα αλλά και στη διαδικασία.
Ποιος ο στόχος της έκθεσης συνολικά; Ποιο θα λέγατε είναι το μήνυμα;
Η έκθεση έχει σκοπό να μας επιτρέψει να συνδεθούμε με την ανθρώπινη διάσταση του HIV. Μέσα από τα έργα, με τους ανθρώπους πίσω από τα έργα. Χωρίς φόβο και χωρίς προκατάληψη. Να ξεκινήσει έναν δημόσιο διάλογο. Ή, αν προτιμάτε, να προτείνει μια άλλη οπτική στον ήδη υπάρχοντα διάλογο γύρω από τον HIV.

Ποιος ο στόχος του καθενός από τους δημιουργούς; Να μεταφέρει την εμπειρία του; Να «ξεσπάσει» δημιουργικά; Να προσεγγίσει την κοινωνία που τον στιγματίζει; Εγώ πάντως όλα αυτά τα εισέπραξα επισκεπτόμενη την εγκατάσταση.
Θα έπρεπε να ρωτήσουμε τον κάθε ένα και την κάθε μία χωριστά για να μάθουμε την απάντηση. Πάντως στόχος του πρότζεκτ ήταν να δημιουργήσει έναν – μάλλον σπάνιο – χώρο όπου το βίωμα της οροθετικότητας μπορεί καταρχάς να εκφραστεί ελεύθερα – σε μια όχι απαραίτητα λογική και καθημερινή βάση – και κατά δεύτερον να μοιραστεί με άλλους, την ίδια την ομάδα, αλλά και έμμεσα με το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο της πόλης.
Είστε ένας ηθοποιός και σκηνοθέτης με τη δική του πορεία, κυρίως στον χώρο του θεάτρου. Το project αυτό είναι αρκετά διαφορετικό. Μιλήστε μας για τη δική σας εμπειρία μέσα από αυτό.
Μπορεί στη Θεσσαλονίκη να είμαι περισσότερο γνωστός με τη θεατρική μου ιδιότητα. Ωστόσο, έχω δουλέψει σε πολλές άλλες πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού και μέσα από διαφορετικές εκφραστικές φόρμες. Πρόσφατα με τον Γιάννη Παππά παρουσιάσαμε το Refugio, μια performance με έντονο το στοιχείο της δημόσιας παρέμβασης, σε πλατείες και στις δύο πλευρές της χωρισμένης Λευκωσίας όπου διαπραγματευόμασταν μια συμβολική οριογραμμή από τούβλα. Πέρυσι στην Καστοριά δούλεψα και πάλι βιωματικά με μια ομάδα ανθρώπων σε μια εικαστική περιπατητική εγκατάσταση με θέμα τους ίδιους και τον τόπο στον οποίο ζουν. Αλλά ακόμα και το Splinters της Νίνας Ράπη που σκηνοθέτησα πρόσφατα και παρουσιάστηκε σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, είχε μια πολύ καθαρή κοινωνική και πολιτική τοποθέτηση πάνω σε ζητήματα φύλου και σεξουαλικών ταυτοτήτων. Το σύνολο του έργου μου επιχειρεί να μετέχει σε έναν δημόσιο διάλογο. Το To Whom It May Concern δεν αποτελεί εξαίρεση. Απλά η φόρμα ή η διαδικασία προσαρμόζεται στις ανάγκες της κάθε περίστασης.
Πόσο μεγάλη είναι η σημασία αυτών των δράσεων σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, σε μια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη;
Αισθάνομαι πως αυτή είναι μια ερώτηση που θα έπρεπε να απαντήσουν άλλοι, και όχι εγώ. Ωστόσο, ναι, προφανώς και θεωρώ σημαντική μια τέτοια πρωτοβουλία, γιατί ανοίγει – σε οσοδήποτε μικρή κλίμακα – έναν διάλογο που τελικά αφορά στη δημόσια υγεία. Και το θεωρώ σημαντικό που συμβαίνει στη Θεσσαλονίκη. Πρώτον γιατί εδώ είναι ακόμα πιο δύσκολο να ανοίξει αυτός ο διάλογος και δεύτερον γιατί πάει κόντρα σε αυτό που θα περίμενε κανείς. Ότι δηλαδή μια τέτοια πρωτοβουλία θα αναπτύσσονταν λογικά στην Αθήνα.
Θα ακολουθήσουν και άλλες δράσεις στο πλαίσιο του project To whom it may concern;
Είχαμε ήδη μια πολύ ενδιαφέρουσα επίσκεψη από εφήβους τους Σώματος Ελληνικού Οδηγισμού την οποία ακολούθησε μα ομαδική συζήτηση με αφορμή την εγκατάσταση. Ήταν εντυπωσιακό πως τα παιδιά συνδέθηκαν αμέσως με αυτήν την εμπειρία. Στο πλάνο μας έχουμε μια επίσκεψη από το Πρόγραμμα Προβολής Αυτοβοήθειας, το Γερμανικό Σχολείο και μια ειδική ξενάγηση – συζήτηση με γιατρούς, ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς που εργάζονται σε δομές που στηρίζουν ανθρώπους που ζουν με τον HIV (ΚΕΕΛΠΝΟ, ΑΧΕΠΑ).
Ο τίτλος της έκθεσης (To whom it may concern) κάνει μια έκκληση σε «όποιον ενδιαφέρεται». Τελικά τι αποκομίζετε, ενδιαφέρεται ο κόσμος;
Την πρώτη εβδομάδα πάνω από 250 άτομα επισκέφθηκαν την εγκατάσταση, αριθμός που ξεπερνάει κατά πολύ τη μέση επισκεψιμότητα του χώρου. Ο κόσμος έχει διάθεση να κάνει ερωτήσεις, να συζητήσει τις εντυπώσεις του, υπάρχει μια έντονη κινητικότητα. Η εγκατάσταση γίνεται αυτό που ευχήθηκε από την αρχή να είναι. Αφορμή για έναν διάλογο πάνω σε ένα θέμα που συνήθως αποφεύγουμε να αγγίξουμε.
*Η έκθεση To whom it may concern θα παρουσιάζεται στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης (Αποθήκη Β1, Λιμάνι), έως τις 15 Απριλίου.
Συνέντευξη στην Ελένη Ομήρου


Leave a Reply