
Μια γυναίκα παθαίνει έμφραγμα χωρίς τον κλασικό πόνο στο στήθος. Ένα κορίτσι με αυτισμό περνά απαρατήρητο γιατί ξέρει να το «καμουφλάρει». Επί δεκαετίες η ιατρική έρευνα βασίστηκε στο πρότυπο του ανδρικού σώματος, στο όνομα της προστασίας της γυναίκας – μητέρας. Μήπως το αποτέλεσμα ήταν αντίθετο;
Δύσπνοια, κόπωση, ναυτία και ένα αίσθημα πίεσης στην κάτω γνάθο. Ο γιατρός που εξετάζει τη γυναίκα μέσης ηλικίας δεν υποψιάζεται από την αρχή το έμφραγμα, όπως θα έκανε αν το σύμπτωμα ήταν ο κλασικός έντονος πόνος πίσω από το στέρνο. Στρέφεται σε άλλες αιτίες, η διάγνωση καθυστερεί, με δυνητικές συνέπειες στην υγεία της ασθενούς.
Κάτι ανάλογο είναι πιθανό να συμβεί και σε ένα αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, που στη γυναίκα συχνά δεν εκδηλώνεται με την τυπική εικόνα της ημιπαράλυσης. Μπορεί να έχει την άτυπη συμπτωματολογία σύγχυσης, έντονου πονοκεφάλου, τάσης λιποθυμίας και ενός διάχυτου πόνου στο σώμα.
Τα παραδείγματα αντικατοπτρίζουν τον «ανδροκεντρικό» τρόπο με τον οποίο η ιατρική έρευνα προσέγγισε διαχρονικά το ανθρώπινο σώμα. Η εκδήλωση και η εξέλιξη μιας νόσου, αλλά και η αποτελεσματικότητα μιας θεραπείας, μπορεί να διαφέρουν σημαντικά ανάμεσα στα φύλα, γεγονός που η επιστήμη αγνόησε ή υποτίμησε επί δεκαετίες. Το γυναικείο φύλο υποεκπροσωπήθηκε συστηματικά στις κλινικές μελέτες, στο όνομα της προστασίας του, κάτι που μπορεί τελικά να είχε τα αντίθετα αποτελέσματα.
«Αν δεν έχουμε υπόψη μας αυτές τις διαφορές κάνουμε λάθος διαγνώσεις, καθυστερούμε να θεραπεύσουμε ή μπορεί να δίνουμε και λάθος θεραπείες. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά δεν νομίζω πως αυτό το διδάσκουμε με τον κατάλληλο τρόπο στα πανεπιστήμια», ομολογεί η Μαιευτήρας – Γυναικολόγος και αναπληρώτρια καθηγήτρια Φαρμακολογίας – Κλινικής Φαρμακολογίας στο ΑΠΘ, Χρυσάνθη Σαρδέλη. Η ίδια περιγράφει στην «ΠΡΑΞΗ» κάποιες από αυτές τις διαφορές, σημειώνοντας παράλληλα την τάση αλλαγής που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια. Περισσότερη έρευνα για τη γυναικεία έκφραση των νόσων, αλλά και μεγαλύτερη ορατότητα σε καταστάσεις όπως η εμμηνόπαυση, οδηγούν σε μια πιο ουδέτερη και συμπεριληπτική ιατρική.
Ψυχική νόσος, αυτισμός, αυτοάνοσα, καρκίνος
Οι διαφορές δεν περιορίζονται σε απειλητικές για τη ζωή καταστάσεις υγείας. Στα ψυχικά νοσήματα, απέναντι στην πεποίθηση πως εμφανίζονται συχνότερα στις γυναίκες, η κ. Σαρδέλη προσεγγίζει το ζήτημα από άλλη οπτική γωνία: Ο τρόπος με τον οποίο βιώνεται και εκφράζεται η ψυχική δυσφορία είναι διαφορετικός. «Οι διαφορές στις παθήσεις σχετίζονται με τον τρόπο ζωής, με ορμονικές και χρωμοσωμικές διαφορές. Έχουν να κάνουν όμως και με τις κοινωνικές νόρμες, το πώς μεγαλώνουμε, με τι εκπαιδευόμαστε να βιώνουμε», σημειώνει.
Το παράδειγμα του αυτισμού μπορεί να κάνει ακόμη πιο κατανοητή τη διαφοροποίηση: Η παγιωμένη γνώση ότι είναι μια διαταραχή που εμφανίζεται σε συντριπτική αναλογία 4 ή 5 αγόρια προς 1 κορίτσι, άρχισε να αμφισβητείται όταν μελετήθηκε καλύτερα η διαφορετική εκδήλωση ανάμεσα στα φύλα. «Σήμερα ξέρουμε ότι τα ποσοστά είναι σχεδόν ίσα, με τη διαφορά πως τα κορίτσια στο φάσμα του αυτισμού έχουν μια μαγική ικανότητα να το “καμουφλάρουν” καλύτερα και να είναι πιο λειτουργικά, σε σχέση με τα αγόρια, τα οποία εμφανίζουν αυτές τις επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές που τους ταλαιπωρούν στην καθημερινότητα».
Στον αντίποδα, οι μεγάλες διαφορές στη συχνότητα είναι υπαρκτές στα περισσότερα αυτοάνοσα νοσήματα, που πλήττουν δυσανάλογα το γυναικείο φύλο, ενώ στον καρκίνο η διαφοροποίηση συνδέεται με τα βιολογικά χαρακτηριστικά του φύλου: Ο καρκίνος του μαστού είναι η συχνότερη μορφή στις γυναίκες, ο καρκίνος του προστάτη στους άνδρες, με τον καρκίνο του πνεύμονα να κατέχει τη δεύτερη θέση και στα δύο φύλα, αλλά η ανοσιακή απάντηση διαφέρει σημαντικά.
Τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα είναι κοινά, αλλά με διαφορετικές εμφανίσεις. Όπως παρατηρεί η κ. Σαρδέλη, γίνονται περισσότερο αντιληπτά στους άνδρες καθώς ενοχλούν με συμπτωματολογία νωρίτερα, ενώ στις γυναίκες μπορεί συχνά να βιώνονται εν κρυπτώ, μέχρι να εκδηλωθούν αργότερα ως προβλήματα σύλληψης και κυοφορίας.
«Προστασία» μέσω αποκλεισμού
Για δεκαετίες υπήρξε εντυπωσιακή ανισοκατανομή μεταξύ ανδρών και γυναικών εθελοντών στις κλινικές μελέτες για τη δοκιμή νέων φαρμάκων και θεραπειών. Το παράδοξο είναι πως αυτή η ανισότητα παρουσιάστηκε επί χρόνια ως «προστασία». Είχε θεμελιωθεί στη λογική ότι έτσι προστατεύονται οι γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας από πιθανές αστοχίες και παρενέργειες. Το αποτέλεσμα ήταν αντίθετο, καθώς υποτιμήθηκε ο διαφορετικός τρόπος δράσης των φαρμάκων σε άνδρες και γυναίκες.
«Οι διαφορές λόγω ορμονικού προφίλ, ανοσιακού μηχανισμού και κατανομής ιστών σώματος είναι σημαντικές και δεν πρέπει να αγνοούνται. Δεν προστατεύουμε τις γυναίκες, αντιθέτως κάνουμε διακρίσεις εις βάρος τους, όταν δεν τις βάζουμε σε διαδικασίες οι οποίες θεωρούνται “επικίνδυνες”», επισημαίνει η αναπληρώτρια καθηγήτρια, συμπληρώνοντας: «Αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής ήταν να μην έχουμε ικανοποιητικές γνώσεις για το τι δουλεύει και τι όχι στις γυναίκες, τι προβλήματα μπορεί να προκαλεί μια θεραπεία. Να έχουμε περισσότερες αποτυχίες θεραπειών σε γυναίκες ή και μεγαλύτερη κατανάλωση φαρμάκων, κάτι που αυξάνει τον κίνδυνο για αλληλεπιδράσεις, ανεπιθύμητες ενέργειες και επιπλοκές που σχετίζονται με τη φαρμακοθεραπεία».
Αν το γυναικείο φύλο υποεκπροσωπούνταν στις κλινικές μελέτες, οι έγκυες ήταν παντελώς απούσες, με εξαίρεση τις δοκιμές ελάχιστων φαρμάκων που αφορούν αμιγώς την εγκυμοσύνη. «Λέω πάρα πολύ συχνά ότι τα φύλα δεν είναι δύο, αλλά τρία: άνδρες, γυναίκες και έγκυες γυναίκες. Αλλάζει τελείως η φυσιολογία μιας γυναίκας σε εγκυμοσύνη σε σχέση με μια που δεν κυοφορεί, πόσω μάλλον σε σχέση με έναν άνδρα», υπογραμμίζει. Εδώ, διαχρονικά μπήκε σε προτεραιότητα η προστασία των εμβρύων, αλλά πολλές φορές υποτιμήθηκε η θεραπεία των γυναικών που τα κυοφορούν.
Οι διεθνείς ρυθμιστικοί οργανισμοί κάνουν μια στροφή τα τελευταία χρόνια, προς την ισοκατανομή των γυναικών και ανδρών στις μελέτες ανάπτυξης νέων φαρμάκων.
Η «αόρατη» εμμηνόπαυση
Η εμμηνόπαυση δεν είναι ασθένεια, αλλά σε ορισμένες γυναίκες βιώνεται ως ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας, που θέτει μια σειρά από προκλήσεις στην καθημερινότητά τους: Οστεοπόρωση, πόνοι, εξάψεις, αυπνία, κοινωνικά, σεξουαλικά, ψυχικά προβλήματα εμφανίζονται ή επιτείνονται σε αυτή την περίοδο.
«Το αγνοούσαμε πάντα, επειδή είναι κάτι που αναμενόμενα θα συμβεί σε όλες, ως φυσιολογική κατάσταση ζωής. Αυτό δεν σημαίνει όμως πως δεν πρέπει να βοηθήσουμε κάποιες γυναίκες που το βιώνουν δύσκολα», σημειώνει η κ. Σαρδέλη, η οποία παρατηρεί με ικανοποίηση μια «ορατότητα» στο συγκεκριμένο ζήτημα τα τελευταία λίγα χρόνια, με σειρά δημοσιευμάτων και επιτέλους και μελετών για το τι συμβαίνει στην εμμηνόπαυση, πού οφείλεται και πώς μπορεί να χορηγηθεί βοήθεια.
Όσο η ιατρική έρευνα φωτίζει της διαφορές ανάμεσα στα φύλα, τόσο γίνεται περισσότερο αντιληπτό πως η ισότιμη φροντίδα δεν σημαίνει ίδια αντιμετώπιση για όλους/ες. Η συζήτηση δεν αφορά μόνο τις γυναίκες, αλλά και όσους/ες ακόμη μπορεί να μένουν «αόρατοι/ες» όταν τα πρότυπα είναι προκαθορισμένα.
ΡΕΠΟΡΤΑΖ:
Βασίλης Ιγνατιάδης
Αναδημοσίευση από το εξαμηνιαίο free press περιοδικό του ΚΘΒΕ «ΠΡΑΞΗ» (ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ – ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2026)

