“Ο Χρόνος κυλάει και αυτό είναι μια ευλογία”

Η Θεσσαλονίκη είναι πάντα παρούσα στο έργο της όχι μόνο ως τόπος, αλλά ως μνήμη και ως αίσθηση. Μετά τη «Μεγάλη Πλατεία» του Μπακόλα, η σκηνοθέτις Ελένη Ευθυμίου επιστρέφει στη σκηνή του ΚΘΒΕ με μια ακόμη ιστορία της πόλης μέσα από τον «Ήλιο με ξιφολόγχες» του Γιώργου Σκαμπαρδώνη. Μιλά με ειλικρίνεια για τις δυσκολίες μιας τέτοιας μεταφοράς, για τη μνήμη που γίνεται θέατρο και για την ανασφάλεια του σήμερα.

Ο τίτλος του έργου, «Ήλιος με ξιφολόγχες», συνδυάζει φως και βία. Πώς τον ερμηνεύετε;

Ο τίτλος δημιουργεί σίγουρα ανάμεικτα συναισθήματα. Προσωπικά βλέπω έναν φαύλο κύκλο βίας αντίστοιχο με αυτόν της τελευταίας σκηνής του έργου -μία εξαιρετικά καλογραμμένη σκηνή – γροθιά στο στομάχι- που περιγράφει τον ήρωα να κυκλοφορεί στα στενά της πόλης και οι άνθρωποι γύρω του ως απρόσωπες σκιές που δεν ξέρεις ποιος θα μαχαιρώσει ποιον.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ασχολείστε με μια ιστορία που ξεκινά από τη λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης. Ποιοι είναι οι κίνδυνοι μιας τέτοιας προσπάθειας;

Σίγουρα ένα βιβλίο δύναται να περιγράψει με λεπτομέρεια τόπους, μυρωδιές, ήχους, μουσικές, συναισθήματα. Το θέατρο, αντίθετα, λειτουργεί σε ένα πλαίσιο οικονομίας χρόνου και έκφρασης. Το συγκεκριμένο έργο του Σκαμπαρδώνη προσφέρεται για θεατρική μεταφορά καθώς ο πλούσιος λόγος του, η αλληλουχία της δράσης και οι έντονες εικόνες του φτιάχνουν έναν κόσμο που έχει πολύ ενδιαφέρον να πειραματιστεί κανείς προκειμένου να τον μεταφέρει πάνω στη σκηνή.  

Το βιβλίο έχει επίσης έντονο το νουάρ στοιχείο. Πώς μεταφέρεται αυτό στη σκηνή;

Από τα πρώτα σχεδιάσματα της διασκευής -σε αυτή τη φάση- προτίθεμαι να κρατήσω την αφηγηματικότητα του βιβλίου που φέρει το νουάρ στοιχείο. Παράλληλα στην παράσταση πια θα φτιάξουμε την ανάλογη ατμόσφαιρα μέσα από τους φωτισμούς, τη μουσική και τη συνολική αισθητική των κοστουμιών και του σκηνικού. Ταυτόχρονα, θα γίνει χρήση του βίντεο που σε στιγμές θα εντείνει την ταύτιση των θεατών με τους ήρωες αλλά και θα φωτίζει στοιχεία της εποχής που διαδραματίζονται τα γεγονότα. 

Ο «Ήλιος με ξιφολόγχες» είναι μια ιστορία που βουτά στη μνήμη της πόλης. Πώς βλέπετε αυτή τη σχέση και μάλιστα σε σχέση με την ατομική και τη συλλογική μνήμη;

Η μικρή ιστορία φωτίζει πάντα τη μεγάλη. Μέσα από τον ήρωα, τον ταγματάρχη Γόρδιο Κλήμεντο, αναδύονται οι αντιφάσεις, οι φόβοι, οι ομορφιές αλλά  και οι σκιές μιας σκοτεινής εποχής της Θεσσαλονίκης. Η πόλη της δεκαετίας του ’30 ήταν γοητευτική και ταυτόχρονα αμείλικτα βίαιη. Και δυστυχώς, πολλά από τα θέματα εκείνης της περιόδου μοιάζουν τρομακτικά επίκαιρα σήμερα.

Με ποιον τρόπο συνδέεται, λοιπόν, εκείνο το «τότε» με το «σήμερα»;

Με το αίσθημα της ανασφάλειας, την επάνοδο του φασισμού, την ενεργοποίηση του κοινωνικού αυτοματισμού, την απουσία δικαιοσύνης, την παρασκηνιακή λειτουργία της εξουσίας και γενικώς την πολυπρόσωπη βία που εκκολάπτεται μέσα από την επισφάλεια και τον φόβο. Εκείνη την εποχή οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης υπέστησαν βαρβαρότητες· σήμερα βλέπουμε αντίστοιχα ακραίες εκφράσεις βίας, απλώς με άλλους θύτες και θύματα. Θέλω ο θεατής να φύγει από την παράσταση έχοντας αναλογιστεί αυτή τη διαχρονικότητα του σκοταδιού. Να αποκτήσει ερωτηματικά σε σχέση με το τι κάνουμε, πού βρισκόμαστε και πώς διαχειριζόμαστε όλο αυτό το σκοτάδι. Να το κάνουμε λίγο πιο προσωπικό.

Εσείς, ζώντας στο σήμερα, σε τι αισθάνεστε ανασφαλής;

Σε πολλά επίπεδα. Όταν βλέπεις να συντελείται δίπλα σου μια ολόκληρη γενοκτονία και ο κόσμος να παραμένει απαθής, δεν μπορείς να μην τρομάξεις. Η απάθεια αυτή, η οικονομική ανέχεια, η κλιματική κρίση, οι ασταμάτητοι πόλεμοι και οι αλλεπάλληλες κρίσεις που δημιουργούν απαξίωση του ανθρώπου και κοινωνική ανισότητα – όλα αυτά δημιουργούν ένα περιβάλλον φόβου. Και οι άνθρωποι, αντί να ενωθούν απέναντι στην αδικία, στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου. Αυτό με τρομάζει περισσότερο από όλα.

Ο χρόνος είναι έντονα παρών στο έργο. Πώς λειτουργεί για εσάς;

Η ιστορία ξεκινά και τελειώνει με ένα δυνατό συμβάν φωτιάς – κορυφώνοντας με την καταστροφή του συνοικισμού Κάμπελ. Στη συνέχεια του φινάλε ωστόσο έχουμε αποκλιμάκωση με τον ήρωα να φεύγει ικανοποιημένος, έχοντας στο πλευρό του την ερωμένη του: μια λύτρωση-ειρωνεία που θυμίζει τον άνθρωπο του σήμερα: ο κόσμος καίγεται αλλά εμείς τρέχουμε πίσω από τη δική μας σωτηρία. Ο χρόνος στο έργο είναι επεισοδιακός με τα αλλεπάλληλα συμβάντα αλλά και «ιστορικός» καθώς παρακολουθούμε διαρκώς γνώριμα ιστορικά γεγονότα. Παράλληλα μας δίνεται η αίσθηση μίας διαρκούς συνέχειας γεμάτης με αναπάντεχα και επικίνδυνα συμβάντα.

Σε προσωπικό επίπεδο, πώς βιώνετε εσείς τον χρόνο;

Προσωπικά έχω μια αισιόδοξη σχέση με τον χρόνο. Τον βλέπω σαν μία ροή που φέρνει εμπειρίες, γιατρεύει τραύματα, μας δυναμώνει. Δεν με βαραίνει η ιδέα του γήρατος ή της αλλαγής – αντιθέτως, με πλουτίζει. Ο χρόνος κυλάει, και αυτό είναι κάποιας μορφής ευλογία.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: Γιάννης Γκροσδάνης

Αναδημοσίευση από το εξαμηνιαίο free press περιοδικό του ΚΘΒΕ «ΠΡΑΞΗ» (ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2025 – ΑΝΟΙΞΗ 2026)