
Σε μια εποχή που η έννοια της ταυτότητας αποκτά διαρκώς νέες, πιο σύνθετες διαστάσεις, ο Μιχαήλ Μαρμαρινός επιστρέφει στον Όμηρο και παρουσιάζει μια σκηνική σύνθεση πάνω στις ραψωδίες «ζ-η-θ, ο Ξένος».
Σε μετάφραση Δημήτρη Μαρωνίτη, με τη συμμετοχή του ΚΘΒΕ στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2025 και με πρωταγωνιστές τους Χάρη Φραγκούλη και Κλέλια Ανδριολάτου, η παράσταση συνδυάζει αφήγηση και θεατρική δράση, εξερευνώντας την ανάγκη για αποδοχή
και τη θέση του «άλλου» στην κοινωνία.
Αρχικά, μου κάνει εντύπωση, το έργο που επιλέγετε να ασχοληθείτε…
Η επιλογή δεν είναι τυχαία. Πρόκειται για την «Οδύσσεια» του Ομήρου, συγκεκριμένα για τις ραψωδίες ζ, η και θ – το κομμάτι όπου ο Οδυσσέας βρίσκεται στη χώρα των Φαιάκων. Είναι μια ενότητα που διερευνά τι σημαίνει η έννοια «ξένος» και πώς τη διαχειρίζεται μια οργανωμένη κοινωνία.
Οι ξένοι που φτάνουν σε ένα νέο τόπο, ειδικά σε κοινωνίες που είναι οργανωμένες, κατά κανόνα είναι ανώνυμοι και διεκδικούν ορατότητα.
Το έργο εξετάζει αυτό το πέρασμα από την ανωνυμία στην αναγνώριση. Διεκδικούν ορατότητα, αλλά μέσα από τις συνθήκες που προσφέρει ο τόπος που φτάσανε. Γιατί υπάρχει η πιθανότητα η δική τους ορατότητα, να μην είναι συμβατή με την ορατότητα που επιτρέπουν οι κοινωνίες, στις οποίες φτάνουν. Δεν είναι απλό πράγμα. Και επίσης έχει μεγάλη σημασία ότι δεν πιστεύω ότι υπάρχει κανείς θνητός που δεν έχει βρεθεί, αν θέλετε, έστω και για λίγο,
σε μία θέση ώστε να αισθανθεί ξένος κάπου.
Η προστασία του ξένου υπήρχε στην αρχαιότητα αλλά υπάρχει ως αντίληψη και σήμερα μέσω του χριστιανισμού.
Εννοείται, ο χριστιανισμός έχει αφομοιώσει απολύτως θεμελιώδεις αρχές της αρχαίας ελληνικής σκέψης. Εσείς όμως τώρα, σε ποιο βαθμό το βλέπετε να εφαρμόζεται γύρω μας γενικότερα αυτό; Αν θέλετε να το δούμε και από την άλλη πλευρά όχι μόνο για μια χώρα, αλλά για μια ήπειρο, που είναι η κατεξοχήν χριστιανική, η Ευρώπη. Τα πράγματα δεν είναι απλά, ούτε απλοϊκά. Παρ’ όλα αυτά, νομίζω πως η εμπειρία αυτής της εποχής, του Χαλκού, είναι κρίσιμη, αν θέλετε, για την αυτοσυνείδηση του σημερινού πολίτη, του σημερινού θεατή.

Ποιο είναι το ρίσκο που αισθάνεστε ότι παίρνετε, κάνοντας αυτή τη μεταφορά της «Οδύσσειας»;
Το έπος είναι κυρίως ακρόαμα. Το στοίχημα είναι να κρατήσουμε την ποίηση και τη συγκίνηση του πρωτοτύπου. Από αυτή την πλευρά, έχει τις ιδιαίτεροτητές του. Ένα ρίσκο είναι, αν θέλετε, η οικονομία των τόπων. Γιατί εδώ εμφανίζονται δύο τόποι, κυρίως: Μία ακρογιαλιά και το εσωτερικό μιας κοινωνίας, ενός παλατιού κιόλας. Αυτές είναι ενδιαφέρουσες προκλήσεις.
Από εκεί πέρα, ο λόγος του Έπους, επειδή είναι ποιητικός λόγος, με όλη την εσωτερική δραματικότητα που περιέχει, απαιτεί μια προσεκτική δραματουργία πριν το μεταφέρει κανείς στη σκηνή. Είναι αυτό που λέμε ο βιωμένος λόγος, όπως αυτός συμβαίνει και επαναπροσδιορίζεται και επαναδρομολογείται μέσα από ένα σώμα, το σώμα του ηθοποιού. Γιατί οι ηθοποιοί είναι το ενδιάμεσο, οι άγγελοι εκείνης της εποχής με το παρόν. Και αυτό κάνει το θέατρο.
Σας επηρεάζει καθόλου ή παίρνετε κάποια μορφή έμπνευσης από άλλους συγγραφείς που έχουν ασχοληθεί με την «Οδυσσεία»;
Κοιτάξτε, όταν επισκεπτόμαστε ένα υλικό, δεν το επισκεπτόμαστε αθώοι. Το επισκεπτόμαστε με ένα σωρό εμπειρίες επάνω μας. Και αυτό είναι πολύ ωραίο. Γιατί το παρόν αυτό είναι μία χοάνη πολλών χρονικοτήτων από πλευράς εμπειριών, γνώσεων, συναντήσεων, αν θέλετε. Και αυτό είναι το νόημα. Μετράει λ.χ. ο Τζόις αλλά και ένα βιβλίο του Γιάννη Κουνέλη, που λέγεται «Λιμνέα Οδύσσεια». Θέλω να πω, είναι πολλά πράγματα τα οποία λειτουργούν σαν επιμέρους συνιστώσες σε αυτή την εμπειρία. Δηλαδή, με έναν τρόπο, αν θέλετε, ακόμα και η εμπειρία μου σε μια προηγούμενη ραψωδία, στη Νέκυια, παρεμβαίνει και αυτή. Ό,τι έχουμε ζήσει, παρεμβαίνει όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε το ότι ο εαυτός μας είναι σε κρίση απέναντι σε ένα υλικό, γιατί αν δεν είσαι σε κρίση, δεν «επισκέπτεσαι» αυτά τα πράγματα. Η τέχνη της υπόμνησης είναι κρίση. Αλλιώς δεν είναι τέχνη.
Η τέχνη δεν είναι και ένα ταξίδι, όπως η «Οδύσσεια»;
Εννοείται. Είναι ένα ταξίδι και μάλιστα ένα μυητικό ταξίδι. Mυείσαι για να μπορείς μετά να πεις κάτι γι’ αυτό το πράγμα. Ακόμη και αν πρέπει μόνο να σιωπήσεις στο τέλος. Η «Οδύσσεια» είναι ένα εκκύκλημα. Και δεν συμβαίνει μόνο στη θάλασσα. Ανήκει στην εξωτερική αλλά και στην εσωτερική γεωγραφία. Οπότε, με ό,τι έχει ο καθένας, προσπαθεί να ποντοπορήσει, για να χρησιμοποιήσω ένα ρήμα που έχει να κάνει με την κυριολεξία της «Οδύσσειας».
Άρα, αισθάνεστε ποντοπόρος.
Εσείς δεν αισθάνεστε; Ποντοπόρος είναι και αυτός που μένει σταθερά σε έναν τόπο. Είναι πολλών ειδών. Μπορεί να είναι π.χ. σαν τον Παλαμά, που δεν έφυγε ποτέ από την Αθήνα αλλά εσωτερικά ποντοπορούσε.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: Γιάννης Γκροσδάνης
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Κώστας Αμοιρίδης
Αναδημοσίευση από το εξαμηνιαίο free press περιοδικό του ΚΘΒΕ «ΠΡΑΞΗ» (ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ – ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2025)

