
Ο Φώτης Σιώτας μιλάει για τη δική του Θεσσαλονίκη και το σύγχρονο ρυθμό της, για τον «Δον Κάρλος» και με αφορμή όλα αυτά σχολιάζει την τρέχουσα επικαιρότητα.
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, ζει την πόλη και τον ρυθμό της εδώ και χρόνια, συνεργάστηκε με ξεχωριστούς καλλιτέχνες από τον χώρο της μουσικής και επιστρέφει στην πόλη για να αναδείξει μουσικά μια από τις πλέον αναμενόμενες παραστάσεις της χρονιάς στο πρόγραμμα του ΚΘΒΕ, τον «Δον Κάρλος» του Σίλλερ, σε σκηνοθεσία Γ. Χουβαρδά.
Πώς σκέφτεσαι τη σύνθεση μουσικής για μια παράσταση με δεδομένο ότι προέρχεσαι από τον χώρο του τραγουδιού;
Είναι διαφορετική συνθήκη γιατί αφορά το αποτέλεσμα μιας συνεργασίας. Πρέπει να αφουγκραστείς το όραμα του σκηνοθέτη, να δεις το κείμενο του έργου, να είσαι ανοιχτός στην ατμόσφαιρα της παράστασης, να παρακολουθείς τις πρόβες. Είναι σαν να έχεις μπροστά σου το υλικό ενός γλυπτού που διαμορφώνεται.
Το θέατρο δημιουργεί μια συνθήκη που μας βοηθάει να προσδιορίζουμε ποιοι είμαστε. Μας βοηθάει όμως και να αλλάζουμε;
Θα έλεγα ότι λόγω συνθήκης σου δίνει τη δυνατότητα να βγαίνεις περισσότερο απέξω από τον εαυτό σου και να παρατηρείς. Μουσικά σου δίνει μια ευρύτητα σε σχέση με την τραγουδοποιία, η οποία είναι πιο μοναχική δουλειά.
Στον «Δον Κάρλος» συνεργάζεσαι με τον Γιάννη Χουβαρδά. Είναι πραγματικά φοβερή εμπειρία και είναι ένας από τους λόγους που ξανανέβηκα στη Θεσσαλονίκη αυτό το διάστημα. Είναι πολύ γοητευτικό να βλέπεις τον τρόπο που χτίζει μια παράσταση, τον τρόπο που μπαίνει σιγά σιγά μέσα της, πώς εμβαθύνει μέσα στους χαρακτήρες. Γενικά είναι σεμινάριο. Μόνο να κερδίσω έχω σε αυτή τη συνεργασία ακόμα και σαν παρατηρητής.
Άνθρωποι σαν τον Κάρλος, τι συμβολισμό κρύβουν για την εποχή μας;
Νομίζω, ειδικά σε σχέση με το σήμερα, έχει χαρακτηριστικά που πρέπει και να τα θαυμάζουμε και να προσπαθήσουμε να τα αναδείξουμε από μέσα μας. Η ευαισθησία και η γενναιότητα γενικά είναι δύο συστατικά που σε πηγαίνουν στον δρόμο που μπορείς να αναζητήσεις περισσότερη ανθρωπιά. Νομίζω αυτή είναι μια καθαρή πολιτική στάση. Εντάξει, μην το πάω τώρα σε γεγονότα συγκεκριμένα, αλλά θα μπορούσα να πω ότι βλέπουμε έτσι, ας πούμε, την προσπάθεια και την κινητοποίηση που γίνεται από το Σύλλογο των οικογενειών των θυμάτων για τα Τέμπη. Οπωσδήποτε είναι μια γενναία και ευαίσθητη στάση για έναν αγώνα, τον οποίο δεν τον εγκαταλείπουν όσα εμπόδια και αν βρουν, γιατί έχουν ως σκοπό μια δικαίωση. Ζούμε σε μια κοινωνία που χάνονται άνθρωποι από παθογένειες και ανεπάρκειες στο Μάτι, στα Τέμπη, στη Μαρφίν. Δεν τα διαχωρίζω αυτά τα γεγονότα και πρέπει να μας προβληματίζουν. Αν και δεν είναι ωραίο στην εποχή μας να αναζητούμε ήρωες, γιατί σημαίνει ότι τα πράγματα δεν λειτουργούν σωστά και χρειαζόμαστε κάποιον για να αλλάξει την κατάσταση. Κανονικά στο παρόν θα έπρεπε να έχουμε λύσει πολλά βασικά πράγματα και εμείς βλέπουμε ότι έχουμε προβλήματα και παθογένειες που μας ξαναγυρίζουν σε προβλήματα από τις δεκαετίες του ‘50 και του ‘60.

Γυρίζοντας στη Θεσσαλονίκη από μια πολύχρονη διαμονή στην Αθήνα και όντας Σαλονικιός, πώς αισθάνεσαι με αυτή την επιστροφή, έχοντας παράλληλα πάρει και αυτή την απόσταση από την πόλη;
Τη Θεσσαλονίκη τη νιώθω ακόμα σαν πόλη μου γιατί μεγάλωσα εδώ μέχρι τα 30. Οπότε ουσιαστικά την ξέρω σαν την παλάμη μου γιατί την έχω περπατήσει όλη, από ανατολικά μέχρι δυτικά. Εδώ είναι όλοι οι φίλοι μου, οι συγγενείς μου, οι μπάντες που έπαιζα, οι μουσικές, τα ωδεία. Αυτούς τους δύο μήνες, που είμαι εδώ και μένω ξανά στο Ντεπώ, στην περιοχή που μεγάλωσα, ανασύρονται μνήμες από την παιδική ηλικία και γεγονότα που ίσως να μην τα θυμόμουν και είναι μια πολύ ωραία διαδικασία. Η πόλη φυσικά έχει τα θέματα της, όπως τα είχε και παλιότερα. Και δεν αναφέρομαι μόνο στα καλλιτεχνικά αλλά είναι μια πόλη που δεν δίνει πολλά κίνητρα για κάποιον που θέλει να μείνει εδώ.
Πώς βλέπεις να εξελίσσεται ο ήχος της πόλης στο σήμερα;
Σίγουρα υπάρχει εξέλιξη. Κοίταξε, ο κόσμος ασχολείται πλέον με πολλά είδη. Είμαι αισιόδοξος και πιστεύω ότι μουσική βγαίνει και μάλιστα πιο καλή και περισσότερη από ό,τι όταν ήμουν εγώ νέος. Ο ήχος της πόλης μού φαίνεται πολυδιάστατος και πλέον βλέπω ότι στυλ και άνθρωποι από διαφορετικές μουσικές μπολιάζονται πολύ πιο εύκολα μεταξύ τους και βγαίνουν πολύ ενδιαφέροντα υβρίδια και συνεργασίες που γεννάνε πράγματα ευφάνταστα. Το θέμα είναι πώς αυτό επικοινωνείται και πώς δίνουμε κίνητρο στους ταλαντούχους ανθρώπους να συνεχίσουν να δημιουργούν.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: Γιάννης Γκροσδάνης
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Κωνσταντίνος Ζηργάνος
Αναδημοσίευση από το εξαμηνιαίο free press περιοδικό του ΚΘΒΕ «ΠΡΑΞΗ» (ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2024- ΑΝΟΙΞΗ 2025)


Leave a Reply