Γιάννης Χουβαρδάς: Φοβάμαι πως το τέλος των ιδεών έχει ήδη επέλθει

Η σχέση του με τη Θεσσαλονίκη ξεκινάει από πολύ παλιά. Φέτος επιστρέφει εδώ με αφορμή το ανέβασμα μιας θεαματικής παράστασης με τον «Δον Κάρλος» του Σίλλερ. Ο Γιάννης Χουβαρδάς αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση στο ελληνικό θέατρο και μια κουβέντα μαζί του αποτελεί πάντα μια ευκαιρία για να αφουγκραστείς τη σημασία που έχει το θέατρο στη ζωή μας.

Ας ξεκινήσουμε από τη διαπίστωση πως έχετε μια ιδιαίτερη σχέση με την Θεσσαλονίκη από το ξεκίνημα της καλλιτεχνικής σας πορείας. Πώς βλέπετε την πόλη σε αυτή τη διαδρομή και ποια είναι τελικά η σχέση σας μαζί της;
Η σύνδεσή μου με την πόλη ξεκινάει από ακόμα πιο παλιά, γιατί εδώ είναι ο τόπος όπου γνωρίστηκαν η μητέρα μου και ο πατέρας μου, ως πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, άσχετα αν ύστερα μετακόμισαν στην Αθήνα, όπου και ξαναρίζωσαν. Οπότε συναισθηματικά, πνευματικά, οργανικά και επαγγελματικά, η Θεσσαλονίκη με έχει σημαδέψει. Η επιστροφή -έστω και με μια αναγκαία δόση ποιητικής υπερβολής- είναι για μένα κάτι σαν τον νόστο του Οδυσσέα. Η πόλη η ίδια βέβαια από τη δεκαετία του ’80 έχει αλλάξει δραματικά. Και ταυτόχρονα δεν έχει αλλάξει καθόλου. Εγώ βέβαια τον περισσότερο χρόνο μου τον περνάω μέσα στο θέατρο κι εκεί όμως υπάρχει η ίδια αναλογία: ο κόσμος ευτυχώς αλλάζει -και ευτυχώς παραμένει ο ίδιος.

Υπήρξατε διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου και έχετε δουλέψει αρκετά στο ελεύθερο θέατρο, ενώ έχετε ζήσει τις διαρκείς αλλαγές στο θεατρικό τοπίο της χώρας μας. Τι πιστεύετε πως έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια στο θέατρο;
Το θέατρό μας είναι πλέον πολύ πιο «ανοιχτό» -ταξιδεύει περισσότερο, φιλοξενεί περισσότερο, έχει πολύ μεγαλύτερη περιέργεια και ανεκτικότητα και, κυρίως, πειραματίζεται πιο τολμηρά. Επίσης πιστεύω ότι οι νεότερες γενιές ηθοποιών (και σκηνοθετών) είναι πολύ πιο καλλιεργημένες και ακομπλεξάριστες, πιο «συνολικές» προσωπικότητες και αντέχουν πολύ δυνατότερες προκλήσεις απ’ ό,τι οι παλιές. Συνολικά, το θέατρό μας είναι ένα άλλο θέατρο, που τώρα αρχίζει να ανακαλύπτει τις δυνατότητές του.

Η νέα συνεργασία σας με το ΚΘΒΕ αφορά ένα από τα πλέον εμβληματικά έργα του Σίλλερ. Ποια ήταν η αφορμή για την ενασχόλησή σας με αυτό το έργο;
Ο «Δον Κάρλος» είναι από πολύ παλιά στη λίστα των έργων που με ενδιέφεραν. Ο συνδυασμός θεμάτων που τον διατρέχουν και το πόσο αυτά μας αφορούν σήμερα, είναι κάτι μοναδικό. Όμως η αφορμή καθεαυτήν υπήρξε η έξαρση το τελευταίο χρονικό διάστημα στη χώρα μας αλλά και παγκοσμίως του φαινόμενου της παρακολούθησης. Και με τον όρο αυτό δεν εννοώ μόνο το αυτονόητο πολιτικό σκέλος (Predator κλπ), ή και το στρατιωτικό (τα πιο σκληρά χτυπήματα του Ισραήλ στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή βασίζονται σε τεχνολογικά πολύ εξελιγμένη παρακολούθηση), αλλά και το κοινωνικό ή το προσωπικό, με κορυφαίο όχημα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: όλοι πλέον παρακολουθούμε (ή «ακολουθούμε») όλους, ακόμα και τον ίδιο μας τον εαυτό. Το από πού εκπορεύεται αυτή η κατάσταση και το πού μπορεί τελικά να φτάσει το γνωρίζουμε, λίγο-πολύ: το όνομα της πηγής προέλευσης αλλά και της κατάληξής της είναι το ίδιο: απολυταρχισμός. Τόσο έξω από μας, όσο και μέσα μας. Και αυτό είναι ένα από τα πιο κεντρικά θέματα του «Δον Κάρλος».

Υπάρχει κάτι που σας συνδέει με το ρομαντικό πνεύμα του Σίλλερ;
Ρομαντικός ήμουν, είμαι και θα είμαι. Δεν βλέπω τον κόσμο μας με αφέλεια και ζω με χαρά και ευγνωμοσύνη μέσα του, αλλά δεν μπορώ να υπάρξω χωρίς να οραματίζομαι καινούργιους κόσμους.

Αισθάνεστε πως η εποχή μας είναι κοντά σε ένα τραγικό τέλος των ιδεών και της επικράτησης του κυνισμού της εξουσίας, όπως το αισθανόταν ο Σίλλερ;
Φοβάμαι πως το τέλος έχει ήδη επέλθει. Και προφανώς ο άνθρωπος -και ιδίως οι πιο νεανικές δυνάμεις- πρέπει να παλεύουν πάντα για μια καλύτερη ανθρωπότητα, αλίμονο όμως: στον πραγματικό κόσμο, η δύναμη της ύλης θα νικά πάντα. Άσχετα αν στους άπειρους παντοδύναμους μικρόκοσμους του καθενός μας το πνεύμα θα καταυγάζει αιώνια τις φτωχές ζωές μας.

Το θέατρο είναι ο κατεξοχήν χώρος που ασχολείται με τα θέματα του προσδιορισμού και της ταυτότητας. Ποιοι είμαστε τελικά όταν γύρω μας όλα αλλάζουν;
Φοβάμαι ότι θα «διαψεύσω τις προσδοκίες σας». Εγώ δεν βλέπω το θέατρο έτσι. Μακάρι να ήταν, αλλά έχω την αίσθηση – χωρίς προς Θεού να θέλω να αποκλείσω άλλες οπτικές – ότι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Το θέατρο αποσυντονίζει την απόλυτα φυσική τάση του ανθρώπου για βεβαιότητες. Είναι χώρος συγκρούσεων και τόπος μυστηρίου. Οπότε, το ότι γύρω μας όλα αλλάζουν,  τον καθιστούν το καταλληλότερο καταφύγιο για όσους αποζητούν μια παρηγορία. Την παρηγορία ότι ο κόσμος ήταν, παραμένει και θα είναι στο διηνεκές ένα απέραντο εργαστήριο μεταβολών και θαυμάτων.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: Γιάννης Γκροσδάνης

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Κώστας Αμοιρίδης

Αναδημοσίευση από το εξαμηνιαίο free press περιοδικό του ΚΘΒΕ «ΠΡΑΞΗ» (ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2024- ΑΝΟΙΞΗ 2025)

Leave a Reply