
Έπειτα από περίπου µια οκταετία, η νέα θεατρική χρονιά βρίσκει την Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου στη Θεσσαλονίκη και στη σκηνή του Θεάτρου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Αφορµή για την επιστροφή της αποτελούν οι «Στυλοβάτες της κοινωνίας», ένα από τα «ξεχασµένα» και συγχρόνως επίκαιρα έργα του Ερρίκου Ίψεν, που παρουσιάζεται για πρώτη φορά από το ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία και διασκευή του Γιάννη Μόσχου.
Οι «Στυλοβάτες της κοινωνίας» είναι ένα από τα λιγότερο γνωστά έργα του Ίψεν το οποίο έχει ανέβει µόνο δύο φορές στην ελληνική θεατρική σκηνή. Ποια ήταν εκείνα τα στοιχεία του κειµένου που σας κέρδισαν προσωπικά;
Για µένα ξεχωρίζει ό,τι ξεχωρίζει πάντα στον Ίψεν, οι ξεκάθαρες αλήθειες του που διατυπώνονται µε διαύγεια και οµορφιά. Είναι ένας µεγάλος κλασικός συγγραφέας και θα τον χαρακτήριζα ως πιο σύγχρονο και από τους σύγχρονους. Ειδικά στο έργο αυτό καταπιάνεται µε πολύ ισχυρά ηθικά θέµατα και το κάνει χωρίς διδακτισµό και χωρίς να καταδικάζει κανέναν από τους ήρωές του. Παραθέτει τις ιστορίες τους και αφήνει τον θεατή να τους κρίνει, αναδεικνύοντας πόσο σύνθετοι είναι πραγµατικά οι χαρακτήρες του.
Ο σκηνοθέτης της παράστασης, Γιάννης Μόσχος, είναι ίσως ο πιο εξειδικευµένος Έλληνας θεατρολόγος επάνω στη δραµατουργία του Ίψεν. Πώς θεωρείτε ότι καταφέρνει να αναδείξει τα νοήµατα του έργου;
Μου αρέσουν πολύ οι επεµβάσεις του Γιάννη γιατί θεωρώ ότι φωτίζουν καλύτερα τα νοήµατα του έργου και διατηρούν την ουσία των αντιπαραθέσεων µεταξύ των χαρακτήρων. Του έχω µεγάλη εµπιστοσύνη διότι είναι ένας άνθρωπος που έχει µελετήσει πολύ σοβαρά και έχει πραγµατοποιήσει ένα σπουδαίο διδακτορικό επάνω στον συγκεκριµένο συγγραφέα. Κρατά τα αυτιά του ανοιχτά και γνωρίζει πού θέλει να πάει και για ποιο λόγο ανεβάζει αυτό το έργο.
Με ποιον τρόπο αποφασίσατε να προσεγγίσετε το ρόλο της Λόνα Χέσελ;
Η Λόνα είναι η προσωποποίηση της φεµινίστριας της εποχής εκείνης. Με ευφυΐα και έναν φαινοµενικά αθώο σαρκασµό, διεκδικεί τον σεβασµό απέναντι στη γυναικεία σκέψη και προκαλεί εν ψυχρώ τον πουριτανισµό της εκκλησίας και των εκπαιδευτικών. Θέλει να βοηθήσει τον Μπέρνικ να βγει από τον κυκεώνα των ψεµάτων, ενώ στην ψυχή της υπάρχει η καλοσύνη ενός ανθρώπου που αγωνίστηκε για να ζήσει ελεύθερα όλη του τη ζωή.
Λέγεται ότι, για να «πλάσει» την ηρωίδα σας, ο Ίψεν βασίστηκε στη νορβηγίδα ζωγράφο, συγγραφέα και πρώιµη φεµινίστρια Aasta Hansteen. Ποιες πιστεύετε ότι είναι οι σηµερινές δυσκολίες για όσες γυναίκες επιθυµούν να ασχοληθούν µε την τέχνη;
Προσωπικά εγώ και οι συνοµήλικές µου ηθοποιοί ζήσαµε µία εποχή γενικότερης ελευθερίας. Σήµερα, παρόλο που οι κοινωνίες κλείνονται πάλι στον εαυτό τους, πιστεύω ότι οι γυναίκες ασχολούνται πιο πολύ µε τον πολιτισµό, αφού ολοένα και περισσότερες όχι µόνο παράγουν, αλλά και καταναλώνουν τέχνη.
Το έργο περιστρέφεται γύρω από την υποκρισία της εξουσίας αλλά και τα ψέµατα που λέµε συχνά στους εαυτούς µας ως άρνηση απέναντι σε µία επίπονη αλήθεια. Σε έναν κόσµο όπου µεγαλύτερη βαρύτητα δίνεται στο φαίνεσθαι παρά στην ουσία, πόσο επίκαιρο είναι το κείµενο του Ίψεν;
Όλα τα θέµατα που θίγει είναι άκρως επίκαιρα. Αναφέρεται στα ψεύδη της εξουσίας, στην υποκρισία µιας κοινωνίας που ζει κάτω από τη σκιά της ενοχής, στην ανεργία που προκαλεί η ανάπτυξη της τεχνολογίας, στην καταπάτηση των εργασιακών δικαιωµάτων, στη θυσία της ανθρώπινης ζωής στον βωµό του χρήµατος, αλλά και στον κοινωνικό ρόλο της γυναίκας. Νοµίζω ότι όλα τα παραπάνω ζητήµατα συνεχίζουν να µας απασχολούν έντονα και σήµερα.
Κατά πόσο θεωρείτε ότι έχουν συµβάλλει τα social media στην ευκολότερη αποδοχή του ψεύδους;
Προσωπικά δεν ασχολούµαι µε τα social media, αλλά αυτό που µε ταράζει είναι η εµµονική προβολή και παραποίηση της εικόνας του ανθρώπου. Όσον αφορά τα fake news και τα σχόλια στο διαδίκτυο, εκεί δεν µπαίνω καν, γιατί φοβάµαι ότι θα είναι κόλαση. Μέσα σε όλα αυτά δεν µπορεί να µην υπάρχει ψεύδος.
Στα 38 χρόνια της καλλιτεχνικής πορείας σας, ποιες είναι οι πιο έντονες αλλαγές που βιώσατε στον χώρο του θεάτρου;
Η πρώτη αλλαγή είναι ότι δεν υπάρχουν πλέον τα «θεατρικά σύνολα» που αναδείκνυαν νέους πρωταγωνιστές. Η δεύτερη θα έλεγα ότι είναι η έλλειψη σοβαρών επιχορηγήσεων, ενώ η τρίτη είναι η προσπάθεια των νέων παιδιών να επιβιώσουν κάνοντας τρεις και τέσσερις δουλειές µαζί. Πραγµατικά, δεν ξέρω πώς το κάνουν, τους θαυµάζω αλλά ταυτόχρονα στενοχωριέµαι.
Έχετε συνεργαστεί και στο παρελθόν µε το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Πόσο διαφορετικό βλέπετε τον εαυτό σας σε σύγκριση µε τότε;
Νοµίζω ότι έχω περάσει σε µια περίοδο ουσιαστικής απλότητας. Προσπαθώ να µην εκβιάζω το συναίσθηµα κάθε σκηνής και απλώς να ακούω, να αφουγκράζοµαι, να απαντάω. Θυµάµαι τον Βασίλη Παπαβασιλείου να λέει ότι «ηθοποιός γίνεται κανείς µετά τα σαράντα, όταν πλέον θα ανεβαίνει στη σκηνή και θα παίζει χρησιµοποιώντας τους τόκους του κεφαλαίου της ζωής του». Πιστεύω, λοιπόν, ότι εδώ και κάποια χρόνια έχω φτάσει πιο κοντά σε αυτό το σηµείο.
Τι ιδιαίτερο αποκοµίσατε από την περίοδο που ζούσατε και εργαζόσασταν στη Γαλλία;
Όταν άρχισα να παίζω στη Γαλλία, σε ηλικία 37 ετών, ήµουν πραγµατικά ο κανένας. Αυτό µου έδωσε µία τεράστια ελευθερία, αφού δεν είχα να υπερασπιστώ κάποια εικόνα. Επιπλέον, έπρεπε να εκφραστώ σε µία γλώσσα που δεν ήταν η µητρική µου και ένιωσα µεγάλη αυτοπεποίθηση, όταν το κατάφερα.
Τέλος, να κλείσουµε µε µία ευχή για τη νέα χρονιά;
Λιγότερη υποκρισία, λιγότερος φόβος του ξένου, ψυχραιµία, οργάνωση και ας συνεννοηθούµε επιτέλους µεταξύ µας στα βασικά…
INFO:
Η παράσταση «Οι στυλοβάτες της κοινωνίας» του Ερρίκου Ίψεν θα παρουσιάζεται από τις 15 Φεβρουαρίου 2020 στο Θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, σε διασκευή-σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου.
Συνέντευξη στη Λία Κατσανά
Φωτογραφίες: Γιάννης Τζουβελέκης
*Αναδημοσίευση από το εξαμηνιαίο freepress περιοδικό του ΚΘΒΕ «ΠΡΑΞΗ» (Χειμώνας – Άνοιξη 2020)


Leave a Reply