Γιάννης Τσούκας: “Αν δεν τσαλακώσεις την εικόνα σου δεν είσαι ηθοποιός.”

Τις τρεις πρώτες νύχτες του Μαρτίου, στη σκηνή του θεάτρου Αυλαία, ο πολυτάλαντος Γιάννης Τσούκας θα “παίξει” με την εικόνα του, για να μας υποδεχτεί ως “Δημήτρης”, αλλά και ως “Λέλα”. Λίγο πριν την έναρξη της πολυσυζητημένης παράστασης “Λευκές Σελίδες”, ο 30χρονος πρωταγωνιστής και σκηνοθέτης της, μας μιλά για το ταξίδι του στον θαυμαστό κόσμο του θεάτρου, τις προκλήσεις της υποκριτικής, αλλά και όλα εκείνα με τα οποία αξίζει να γεμίσουμε με τη σειρά μας τις άγραφες σελίδες της ζωής μας.

Πότε και πώς μπήκε το θέατρο στη ζωή σου; Τι σε κέρδισε σε αυτό;

Αυτό είναι μια πολύ όμορφη και ταυτόχρονα περίεργη ιστορία. Από μικρό παιδί ασχολήθηκα με τον αθλητισμό. Πρώτα κολύμβηση και ύστερα ενόργανη γυμναστική, την οποία τελικά διέκοψα λόγω ύψους. Οι γονείς μου τότε, στην ηλικία των 11 προς 12, αναζητούσαν κάποια άλλη απασχόληση για τα Σαββατοκύριακα και έτσι μου βρήκανε μια θεατρική ομάδα στον Βόλο από όπου και κατάγομαι. Η αλήθεια είναι πως στην αρχή δεν ήθελα καθόλου να πηγαίνω και οι γονείς μου όλο περισσότερο επέμεναν να συνεχίσω.

Από τότε μέχρι σήμερα βλέπω πως τα πράγματα πήραν μια αντίθετη τροχιά 180 μοιρών. Οι γονείς μου από εκεί που με έσπρωχναν να μπω στο θέατρο, τώρα παλεύουν να με βγάλουν, αλλά είναι ήδη αργά. Το μικρόβιο είναι μικρόβιο. Δεν είναι ένα πράγμα μόνο που με κέρδισε σε αυτόν τον χώρο. Καθημερινά, από τα 12 μου μέχρι και τώρα, που αισίως κλείνω τα 30 τον Ιούνιο, ανακαλύπτω και θα ανακαλύπτω συνεχώς καινούργιες πτυχές του θεάτρου. Άλλες καλές και άλλες κακές. Γιατί ό,τι λάμπει δεν είναι πάντα χρυσός. Το μόνο σίγουρο όμως είναι πως, αν και πρόκειται για ένα από τα πιο ανασφαλή επαγγέλματα, εμένα με κάνει να θέλω να εξελίσσομαι, να δημιουργώ και να γνωρίζομαι μέρα με την ημέρα όλο και περισσότερο με τον ίδιο μου τον εαυτό.

Ταξίδι στον χρόνο, πίσω στην παρθενική σου εμφάνιση στη σκηνή. Η αυλαία ανοίγει κι έχεις απέναντί σου ένα κοινό που σε βλέπει για πρώτη φορά. Πώς νιώθεις;

Πάμε πίσω στο 2001. Βρίσκομαι στην παράσταση “Λυσιστράτη” του Αριστοφάνη και έχω τον ρόλο του κορυφαίου του χορού των αντρών. Δε νιώθω “κίνδυνο”. Δεν έχω άγχος. Έχω όμως μια απίστευτη ανυπομονησία. Νιώθω μια ευθύνη ότι όλα πρέπει να κυλήσουν σωστά και ο κόσμος να περάσει καλά και να διασκεδάσει. Αυτός είναι άλλωστε και ο βασικός μου “κανόνας” στη δουλειά αυτή μέχρι και σήμερα. Ο κόσμος να περάσει καλά! Εμφανίζομαι στη σκηνή… Το πρώτο χειροκρότημα… Τα πρώτα γέλια… Χάνω την αίσθηση του χρόνου. Δε θυμάμαι ποιος είμαι, τι είμαι, για ποιο λόγο βρίσκομαι εκεί και τι πρέπει να πω. Παρ’ όλα αυτά η γλώσσα μου πάει ροδάνι. Κι όσο περισσότερο ο κόσμος γελάει τόσο περισσότερο ανεβαίνουν οι ρυθμοί. Η καρδιά μου πάει να σπάσει. Υπάρχουν σκηνές στην παράσταση που δεν παίζω και βρίσκομαι στην κουίντα μετρώντας το χρόνο για να βρεθώ ξανά εκεί πάνω. Έχω μια τέτοια χαρά όταν βρίσκομαι εκεί. Είμαι ένας άλλος. Ό,τι κι αν πω, ό,τι κι αν κάνω, δεν είμαι εγώ. Κάποιος άλλος μιλάει. Κάποιος άλλος πράττει. Κι εγώ δεν έχω καμία ευθύνη, καμία ενοχή για ό,τι γίνεται στη σκηνή. Η παράσταση τελειώνει. Η στιγμή της υπόκλισης νομίζω δεν τελείωσε ποτέ μέχρι σήμερα. Είμαι ακόμα εκεί πάνω.

Χαμογελάω σαν τρελός. Έχουν φύγει όλοι από τη σκηνή κι εγώ ακόμα εκεί. Δε φεύγω. Είμαι ακόμα εκεί…

Ποιες στιγμές της μέχρι σήμερα πορείας σου ανακαλείς με ενθουσιασμό ή/και συγκίνηση;

Σχεδόν όλες μου οι συνεργασίες είναι από αυτές που αν γύρναγα τον χρόνο πίσω θα τις έκανα ξανά και είναι πολλές από αυτές που τις έχω ήδη ξανακάνει. Έχω βάλει πολλά στοιχήματα με τον εαυτό μου και δόξα τω Θεό τα έχω κερδίσει. Όχι όλα φυσικά, αλλά τα περισσότερα από αυτά. Πάντα θα ευχαριστώ όλους εκείνους που μου έδωσαν χώρο και βήμα στις δουλειές τους. Όλους εκείνους που με έφτασαν εδώ που βρίσκομαι τώρα. Αναγνωρίσιμους και μη. Από την Άννα Βουτσίνου που ήταν η πρώτη μου σκηνοθέτις και τον Βαγγέλη Δουκουτσέλη, που ακόμα μέχρι και σήμερα ερμηνεύω ρόλους που γράφει, όπως άλλωστε είναι και αυτός στις Λευκές Σελίδες. Από τη δραματική σχολή της Μαίρης Βογιατζή Τράγκα, όπου με υποτροφία ξεκίνησα να φοιτώ, μέχρι τον Χάρη Ρώμα για την εμπιστοσύνη που μου έδειξε όταν μου ανέθεσε τον ρόλο του Τενεκεδένιου στον Μάγο του Οζ που διασκεύασε και σκηνοθέτησε το 2014-2015 και που για πρώτη φορά βρέθηκα με αυτό το έργο στο κοινό της Θεσσαλονίκης στο θέατρο Εγνατία. Από τη Σοφία Βόσσου που πέρυσι συμπράξαμε σε μια μουσικοθεατρική παράσταση και ακόμα θυμάμαι τα γέλια μας εντός και εκτός σκηνής, μέχρι τη Λένα Αλκαίου με την Αθηνά Τσαμαδού, που μας άνοιξαν διάπλατα φέτος τις πόρτες του “σπιτιού” τους στο “Ίχνος”, εκεί όπου γεννήθηκε η παράστασή μας και η συνεργασία μου με τη Ντόρα Αυλωνίτου. Τέλος, θα κρατώ για πάντα στο μυαλό μου τις συμβουλές όλων εκείνων που απλόχερα μου χάρισαν με τη γνώση και την εμπειρία τους, είτε ως συνεργάτες είτε ως απλοί θεατές, σε κάποια από τις παραστάσεις μου.

Λευκές Σελίδες῾, 1, 2 και 3 Μαρτίου στο θέατρο Αυλαία. Τι να περιμένουμε από την παράσταση;

Το μόνο σίγουρο είναι πως αυτή η παράσταση έχει αλήθεια. Είναι το αιώνιο παιχνίδι του θέλω και του πρέπει. Είναι μια ιστορία τόσο δική μας, ξεχωριστά για τον κάθε άνθρωπο. Ότι τελικά δεν πρέπει να μένουμε μόνο στην εικόνα ενός ανθρώπου και να τον κρίνουμε γι’ αυτήν. Βλέπουμε δύο διαφορετικούς ανθρώπους. Διαφορετικά μεγαλωμένους, διαφορετικά μορφωμένους, και με διαφορετική αντίληψη για τη ζωή. Κι αυτή ακριβώς η διαφορετικότητά τους είναι που κάνει τις συγκρούσεις τους απίστευτα κωμικές και διασκεδαστικές για το κοινό που τις παρακολουθεί. Όμως έχουν πολλά κοινά που με την πρώτη ματιά δεν αναγνωρίζουν. Όλα εκείνα που οι “Λευκές Σελίδες” κρύβουν θα τους φέρουν πιο κοντά και θα τους ενώσουν. Ο κόσμος από την αρχή μέχρι το τέλος ζει μία εμπειρία, μέσα στην οποία σίγουρα θα βρει στοιχεία από τον ίδιο του τον εαυτό. Με τον έναν ή με τον άλλο ήρωα θα ταυτιστεί και θα λυτρωθεί μαζί του. Θα γελάσει μέχρι να δακρύσει και θα δακρύσει μέχρι να μη μπορεί να συγκρατηθεί από το γέλιο, που χαρίζεται απλόχερα από τη σκηνή προς την πλατεία του θεάτρου. Είναι δύο άνθρωποι που δεν περνούν απαρατήρητοι. Τους γνωρίζουμε. Είναι ο γείτονάς μας, ο φίλος μας, η μάνα μας, ο γιος μας ή ένας άγνωστος που απλά έχουμε ακούσει γι’ αυτόν. Ένα έργο με πολλά μηνύματα και όχι με κλισέ τσιτάτα. Μια παράσταση που οδηγεί το κοινό να φωνάζει “μπράβο” στην υπόκλιση και με δακρυσμένα μάτια να χειροκροτεί.

Υποδύεσαι έναν άντρα, αλλά κι έναν άντρα που μεταμορφώνεται σε γυναίκα. Ακούγεται… challenging. Είναι;

Με ιντριγκάρει απίστευτα. Ποτέ δεν ήμουνα ο ηθοποιός του εύκολου. Ποτέ δε μου άρεσε να παίζω ρόλους που ταιριάζουν στην εξωτερική μου εμφάνιση. Αν δεν τσαλακώσεις την εικόνα σου, αν δεν σπάσεις όλο το μέσα του εαυτού σου δεν είσαι ηθοποιός, κατά τη δική μου άποψη. Στη συγκεκριμένη παράσταση λοιπόν η αποστολή μου είναι διπλή. Ο ένας ρόλος είναι αυτός του Δημήτρη. Ένα συνεσταλμένο και φοβισμένο παιδί, πληγωμένο από οικογένεια, αγνώστους και έρωτες. Πρέπει να δημιουργήσει μια “ασπίδα” γύρω του. Μια προστασία της ψυχής του και του τραυματισμένου του εαυτού. Εκεί έρχεται στη ζωή του η Λέλα. Η ηρωίδα που το μυαλό του κατασκεύασε. Η γυναίκα στην οποία μεταμορφώνεται και που έχει όλα όσα εκείνος ποτέ δεν είχε ή ποτέ δεν τόλμησε να διεκδικήσει. Όταν έχει τη μορφή της μπορεί να μιλήσει έξω από τα δόντια. Να βάλει “κάθε κατεργάρη στον πάγκο του” και να “πατήσει επί πτωμάτων” για να μπορέσει να επιβιώσει. Γιατί ο κόσμος δεν είναι αγγελικά πλασμένος. Γιατί από τότε που γεννήθηκε η Δημοκρατία ζούμε τη μεγαλύτερη χούντα. Και η Λέλα πρέπει να παλέψει να μην της πειράξει κανείς τον Δημήτρη που κρύβει μέσα της. Όταν συναντά λοιπόν την Ελένη (Ντόρα Αυλωνίτου) που είναι μια συντηρητική γυναίκα και σύζυγος του μεγαλοδικηγόρου Αλέξανδρου Μαστέλλου, που υποδύεται με τη φωνή του ο Χάρης Ρώμας, η Λέλα πρέπει να “αμυνθεί”. Η Ελένη ζητά εξηγήσεις για τα ερωτικά γράμματα που έστελνε στο, νεκρό πια, σύζυγό της και η Λέλα δεν έχει διάθεση να τις δώσει. Εκεί ακριβώς ξεκινά όλη η διασκέδαση του κόσμου και το “δράμα” των ηρώων. Τα υπόλοιπα επί σκηνής!

Πέρα από την ερμηνεία σου, υπογράφεις και τη σκηνοθεσία. Είναι η πρώτη σου σκηνοθετική απόπειρα;

Όχι. Μέχρι τώρα έχω γράψει και σκηνοθετήσει μια μαύρη κωμωδία με τίτλο “Παρα Τρίχα”, ένα κοινωνικό έργο, το “Γυναίκες στα πρόθυρα οικονομικής κρίσης”, έναν μονόλογο, το “Σαν ψέμα” που ερμήνευσε εκπληκτικά η Καλή Δάβρη, που πρωταγωνιστεί στη σειρά του Alpha “Έλα στη θέση μου” στο ρόλο της Βάνας, καθώς και κάποιες επιθεωρήσεις και μουσικά προγράμματα σε νυχτερινά μαγαζιά. Τέλος, το “Γύρισα Σπίτι” των Ντάριο Φο και Φράνκα Ράμε ήταν η τελευταία μου σκηνοθετική δουλειά πριν από τις Λευκές Σελίδες.

Κάπου διάβασα ότι το “Λευκές Σελίδες” είναι “μια κωμωδία με συγκίνηση κι ένα δράμα με πολύ γέλιο.” Υποκριτικά, αλλά και σαν άνθρωπος, πού νιώθεις πιο ταιριαστός; Στην κωμωδία ή στο δράμα;

Υποκριτικά τάσσομαι υπέρ της κωμωδίας. Όπως είπα και στην αρχή, βασικός μου στόχος, όταν κάνω μία δουλειά, είναι ο κόσμος να περάσει καλά. Να ξεσκάσει και να διασκεδάσει. Η πρώτη μου σκέψη ίσως να είναι κάποιος δραματικός ρόλος, αλλά σχεδόν αμέσως το βγάζω από το μυαλό μου και προχωράω προς τα “χαμογελάστα μονοπάτια”. Σαν άνθρωπος τώρα μπορώ να πω πως έχω και τις δύο πλευρές. Ο περισσότερος κόσμος που με γνωρίζει με βλέπει εξωστρεφή, κεφάτο και ως “ψυχή της παρέας”. Όταν όμως η πόρτα στο σπίτι κλείσει προτιμώ την ησυχία, την ηρεμία και πολλές φορές, αν τρέξει και κάποιο δάκρυ σε μεγάλες στεναχώριες καλό μας κάνει. Καθαρίζουμε. Αυτή είναι όμως μία πλευρά του εαυτού μου που φροντίζω να την κρατάω για μένα. Ο κόσμος εκεί έξω έχει ήδη αρκετά να τον απασχολούν. Ας μην είμαι ένα ακόμη “πρόβλημα” στη ζωή του. Μίζεροι και κουτοπόνηροι υπάρχουν πολλοί. Ας κάνουμε τη διαφορά και ας γίνουμε, αν δεν είμαστε, χαμογελαστοί και αισιόδοξοι!

Όλα στη ζωή, ακόμη κι αυτή η συνέντευξη, ξεκίνησε από μια… λευκή σελίδα. Τι είναι τελικά εκείνο που μετράει όταν γεμίζουμε τις λευκές σελίδες της ζωής μας;

Θα ακουστεί φοβερά κλισέ αλλά το πιστεύω απόλυτα. Το παν στη ζωή είναι να γεμίζουμε τις λευκές μας σελίδες με όμορφες στιγμές. Χρώματα, χαμόγελα και αναμνήσεις που θέλουμε να κρατήσουμε για πάντα. Να μην μαυρίσουμε το λευκό χρώμα, που είναι τόσο φωτεινό, με πρόσωπα και καταστάσεις που θα μας κάνουν τελικά να θέλουμε να σκίσουμε τις σελίδες αυτές, για να μην θυμόμαστε. Κλείνοντας, θα προσθέσω τα όνειρα. Δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα για εμένα από το να ονειρεύομαι. Πιάστε λοιπόν μια λευκή σελίδα και γράψτε τα όνειρά σας. Κι ακόμη κι αν δεν καταφέρετε να τα πραγματοποιήσετε όλα, τουλάχιστον θα ξέρετε ότι το προσπαθήσατε.

Γιάννης Τσούκας

Πληροφορίες παράστασης

Θέατρο Αυλαία: Πλατεία ΧΑΝΘ, Τσιμισκή 136, Θεσσαλονίκη

Τηλέφωνο: 2310 230013

Πρεμιέρα: Παρασκευή 1 Μαρτίου, στις 21.00

Παραστάσεις: Σάββατο 2 Μαρτίου, στις 21.00, Κυριακή 3 Μαρτίου, στις 20.00

Τιμές εισιτηρίων: Γενική είσοδος: 12€ / Μειωμένο: 10€

Προπώληση εισιτηρίων: Ταμείο Θεάτρου & viva → https://goo.gl/sot86E

Συντελεστές

Κείμενο: Βαγγέλης Δουκουτσέλης

Σκηνοθεσία: Γιάννης Τσούκας

Παίζουν: Ντόρα Αυλωνίτου, Γιάννης Τσούκας,

Τη φωνή του δανείζει ο Χάρης Ρώμας

Φωνή: Κώστας Ζέκος

Φωτογραφίες: Δήμητρα Σταμελάκη

Artwork: Κατερίνα Δαμιανάκου

Ενορχήστρωση “Bang – Bang”: Μάριος Καραμπότης

Συνέντευξη στη Μαρία Παντελίδου

Leave a Reply