
Έχοντας ακολουθήσει μια μακρά και πολυβραβευμένη πορεία, ο διεθνούς εμβέλειας θεατρικός σκηνοθέτης Σίλβιου Πουρκαρέτε κάνει στάση φέτος στη Θεσσαλονίκη για να μας αφηγηθεί τη δική του εκδοχή του «Χειμωνιάτικου παραμυθιού» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. Τον συναντήσαμε την πρώτη δροσερή μέρα του Σεπτέμβρη. Λιτός, προσγειωμένος και ανεπιτήδευτος, τόσο στην παρουσία όσο και στην ουσία των λεγομένων του, ο 68χρονος Ρουμάνος σκηνοθέτης μάς μίλησε για τη ζωή και την τέχνη του.
Τι σας οδήγησε στην απόφαση να γίνετε σκηνοθέτης θεάτρου;
Στη θεατρική σκηνοθεσία με οδήγησε το εγγενές ενδιαφέρον μου για τις τέχνες. Τη δεκαετία του ‘60, όντας φοιτητής στη Σχολή Καλών Τεχνών στο Βουκουρέστι, παρακολούθησα το έργο σπουδαίων σκηνοθετών στις θεατρικές σκηνές της γενέτειράς μου. Γοητευμένος, αποφάσισα να συνεχίσω τις σπουδές μου στην Ακαδημία Θεάτρου, επιλέγοντας συγκεκριμένα τον δρόμο της σκηνοθεσίας.
Πώς αντιμετώπισε η οικογένειά σας αυτή την απόφαση; Στην Ελλάδα της δεκαετίας του ‘60 ένας νέος με φιλοδοξίες να γίνει σκηνοθέτης θεάτρου δύσκολα θα έβρισκε ενθάρρυνση.
Ο πατέρας μου ήθελε να με δει αρχιτέκτονα, αλλά η επιλογή μου έγινε σεβαστή. Άλλωστε στην κομμουνιστική Ρουμανία, τα καλλιτεχνικά επαγγέλματα δεν τα σκίαζε η αβεβαιότητα της επαγγελματικής αποκατάστασης. Άπαξ και έμπαινες στη σχολή, μια δουλειά σε περίμενε βγαίνοντας: η δουλειά που θα σου όριζαν, ίσως όχι η δουλειά των ονείρων σου, πιθανώς όχι στο Βουκουρέστι, αλλά σε κάποια επαρχιακή πόλη, σε κάποια μικρή θεατρική σκηνή.
Έχετε κάνει ένα μακρύ, πολυβραβευμένο, άρα και συναρπαστικό – υποθέτουμε – ταξίδι ως σκηνοθέτης θεάτρου. Θέλετε να μοιραστείτε μαζί μας κάποιες από τις πιο ένδοξες στιγμές αυτού του ταξιδιού;
Ένδοξες; Ω, όχι, δεν είμαι δα και ποδοσφαιριστής! Είμαι σκηνοθέτης.
Είναι μια πολύ συγκεκριμένη δουλειά που απευθύνεται σε ένα πολύ συγκεκριμένο και συχνά περιορισμένο κοινό. Και μην ξεχνάτε ότι δούλευα για χρόνια σε μια εξαιρετικά «κλειστή» χώρα, στην κομμουνιστική Ρουμανία. Ένδοξη λοιπόν, σε αυτό το πλαίσιο, αν μου επιτραπεί ο χαρακτηρισμός, ήταν ίσως η στιγμή που, μετά την πτώση του καθεστώτος, το 1989, τα σύνορα άνοιξαν και σημαντικές ρουμάνικες θεατρικές παραγωγές άρχισαν επιτέλους να ταξιδεύουν στις σκηνές του κόσμου. Σε μεγάλα φεστιβάλ της Ευρώπης, όπως το φεστιβάλ της Αβινιόν ή το Διεθνές Φεστιβάλ του Εδιμβούργου.
Ξεχωρίζετε κάποιες δουλειές σας;
Μου είναι πολύ δύσκολο να κρίνω τις δουλειές μου, είναι αρκετές. Κάποιες μου άρεσαν πολύ, άλλες λιγότερο, κάποιες σχεδόν τις έχω ξεχάσει. Θα μπορούσα ίσως ενδεικτικά να αναφέρω παραστάσεις πολυταξιδεμένες, όπως τον «Φάουστ» του Γκαίτε, τον «Τίτο Ανδρόνικο» του Σαίξπηρ, ακόμη και τη «Φαίδρα» που μάλιστα, αν δεν κάνω λάθος, είχε έρθει περιοδεύοντας και στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο της Θεατρικής Άνοιξης του 1996.
Η σκηνοθετική προσέγγιση κάνει ένα έργο αυτό που πραγματικά είναι. Είναι δική σας δουλειά να οπτικοποιήσετε ένα κείμενο. Από πού αντλείτε έμπνευση για να το κάνετε;
Πρόκειται για μια μάλλον εσωτερική διαδικασία. Οι περισσότεροι σκηνοθέτες έχουν κάποια πράγματα στο μυαλό τους, ρητά, συνειδητά ή υποσυνείδητα, πράγματα που αναζητούν αφορμές να εκφραστούν. Έπειτα έρχεται ένα κείμενο και διαβάζοντάς το προκύπτει αρμονία ανάμεσα στις εικόνες και τις λέξεις. Γιατί ένα κείμενο είναι μόνο λέξεις. Πρέπει να βρεις τρόπο να αποκρυπτογραφήσεις το νόημα, να φτάσεις στην ουσία του έργου. Να δώσεις τη δική σου οπτική ερμηνεία. Και βέβαια για μένα εξίσου σημαντική είναι η συνάντηση με την υπόλοιπη ομάδα συνεργατών, αλλά και με τους ηθοποιούς.

Έχετε δουλέψει ποτέ για τον κινηματογράφο; Κι αν ναι, πόσο διαφορετικό είναι να σκηνοθετείς μια ταινία;
Έχω σκηνοθετήσει μια ταινία, ρουμανική παραγωγή, με τον τίτλο «Κάπου στην Παλιλούλα» (Undeva la Palilula). Τα γυρίσματα έγιναν το 2009 και η ταινία προβλήθηκε το 2012. Οι κριτικοί την υποδέχτηκαν με χλιαρά συναισθήματα, κάποιοι μίλησαν για μια υπερβολικά θεατρική προσέγγιση του κινηματογράφου. Υπάρχουν κάποια κοινά στοιχεία στη σκηνοθεσία μιας παράστασης και μιας ταινίας και κάποια τελείως διαφορετικά. Σαν να είσαι ζωγράφος που κάνει μια τοιχογραφία χρησιμοποιώντας άλλοτε την τεχνική της νωπογραφίας και άλλοτε την τεχνική της ξηρογραφίας. Η αφετηρία είναι η ίδια, αλλά τα μέσα, άρα και το αποτέλεσμα, διαφέρουν. Αν ζήσω άλλα 50 ή 60 χρόνια, θα κάνω σίγουρα κι άλλες ταινίες! (γέλια)
Είναι η πρώτη σας συνεργασία με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος; Πώς προέκυψε; Έχετε εργαστεί ξανά στην Ελλάδα;
Στη Θεσσαλονίκη με έφερε το κάλεσμα του καλλιτεχνικού διευθυντή του ΚΘΒΕ, Γιάννη Αναστασάκη. Είμαι χαρούμενος που βρίσκομαι εδώ, νιώθω οικεία. Τόσο η Ρουμανία όσο και η Ελλάδα, είναι χώρες Βαλκανικές, ορθόδοξες, με διαφορετική ίσως πολιτική ιστορία αλλά, υποψιάζομαι, πολύ παρόμοια ελαττώματα, αν κρίνω από αυτά που βλέπω κυκλοφορώντας στους δρόμους!
Φέτος τον χειμώνα θα μας αφηγηθείτε τη δική σας εκδοχή του «Χειμωνιάτικου παραμυθιού» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. Θα μας πείτε λίγα λόγια για αυτή τη δουλειά;
Δεν μπορώ να μιλήσω για το αποτέλεσμα, αυτό που πρόκειται να δείτε, γιατί απλούστατα δεν το ξέρω. Πρόκειται όμως σίγουρα για ένα έργο ποιητικό, ένα από τα πιο μυστηριώδη και όμορφα κείμενα του Σαίξπηρ, πολύ λιγότερο γνωστό σε σύγκριση με άλλα, όμως τόσο γοητευτικό. Ένα παραμύθι που μιλάει για την απώλεια, τη συγχώρεση και τη λύτρωση. Ένα έργο ονειρικό.
Μιλήστε μας για τα δικά σας όνειρα.
Πορεύομαι με ό,τι έχω μπροστά μου, με τις επιλογές που κάνω, είμαι ανοιχτός στις προκλήσεις. Δεν ονειρεύομαι να αλλάξω τον κόσμο με τη δουλειά μου. Δεν είμαι οραματιστής που θέλει να «πολεμήσει τις αδικίες και να αναδομήσει την κοινωνία». Είμαι ένας τεχνίτης: Ένας ξυλουργός, που κατασκευάζει με δεξιοτεχνία μια καρέκλα. Φυσικά και θέλω κάποιος να καθίσει στην καρέκλα μου, αλλά δεν πιστεύω ότι η καρέκλα μου θα αλλάξει και τον κόσμο!
Τι προσδοκάτε λοιπόν από τη δουλειά σας;
Κάθε παράστασή μου είναι μια ανοιχτή πρόσκληση για ένα κοινό ταξίδι, σε όποιον επιλέξει να τη δει. Ξέρω πως το κοινό του θεάτρου είναι σίγουρα πιο περιορισμένο σε σχέση με άλλα θεάματα, αλλά δουλεύοντας, έχω στο μυαλό το alter ego μου σαν τον πρώτο και αυστηρότερo θεατή μου. Ελπίζω ότι η οπτική γλώσσα που θα χρησιμοποιήσω στη σκηνή θα βρει τρόπους να επικοινωνήσει με το κοινό.
Ποια είναι η πιο ενδιαφέρουσα εμπειρία που έχετε βιώσει στη Θεσσαλονίκη μέχρι σήμερα;
Μέχρι πρόσφατα δεν μπορούσα να δω πολλά από την πόλη. Ο καιρός ήταν ανυπόφορα ζεστός κι έψαχνα τις σκιερές γειτονιές, όχι τα αξιοθέατα (γέλια). Από ό,τι έχω δει ως τώρα, η Θεσσαλονίκη είναι γοητευτική κι ενδιαφέρουσα, με πολλές ομορφιές και αρκετά… παράδοξα. Οι άνθρωποι είναι ευγενικοί, οι οδηγοί απρόσεκτοι… Και μου αρέσει η εικόνα των αδέσποτων σκυλιών. Τα περισσότερα μοιάζουν γέρικα, αλλά τόσο ξένοιαστα και καλοζωισμένα, όπως ξαπλώνουν στα πεζοδρόμια. Απολαμβάνουν τη ζωή.
Συνέντευξη στη Μαρία Παντελίδου
Φωτογραφίες Κωστής Αμοιρίδης
*Αναδημοσίευση από το εξαμηνιαίο freepress περιοδικό του ΚΘΒΕ «Πράξη» (Χειμώνας 2018 – Άνοιξη 2019 )


Leave a Reply