
Ο Γιώργος Νινιός βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη με μια εξαιρετική αφορμή. Την πρόσκληση του ΚΘΒΕ να πρωταγωνιστήσει στο ανέβασμα ενός δυνατού έργου. Πρόκειται για το «Καληνύχτα Μαργαρίτα» του Γεράσιμου Σταύρου (θεατρική μεταφορά μιας σειράς διηγημάτων του συγγραφέα Δημήτρη Χατζή), έργο που ανεβαίνει μετά από πολλά χρόνια στη σκηνή και για πρώτη φορά στο Κρατικό, σε σκηνοθεσία Φώτη Μακρή ενώ τη μουσική υπογράφει ο Σταμάτης Κραουνάκης.
Τι είναι όμως το «Καληνύχτα Μαργαρίτα» για τον Γιώργο Νινιό;
«Λεκτικά είναι μια ευχή, να υπάρχει μια καλή νύχτα. Στο βάθος πρόκειται για μια πολύ ζορισμένη ιστορία μιας οικογένειας, τις εποχές που ζήσανε, και αφορά στην προσπάθειά τους να σταθούν όρθιοι. Ο Περικλής Περδικάρης (ο ρόλος μου στην παράσταση) δίνει έναν αγώνα να σταθεί μόνος του, για να σταθεί μια οικογένεια, προσπαθεί να την προστατέψει για να περάσουν τα δύσκολα. Καμιά φορά αυτή η υπερπροστασία μπορεί να αποβεί καταστροφική και μπορεί να στείλει τον άλλο στο απόσπασμα. Παρακολουθούμε επομένως μια ιστορία πίσω από κλειστές πόρτες και το πως μια οικογένεια με καλό παρελθόν μπορεί να φανερώσει τη μικρότητά της, αλλά παράλληλα και το πόσο ενωμένα μπορεί να είναι μεταξύ τους τα μέλη της».
Μια συζήτηση με τον Γιώργο Νινιό έχει πάντα ενδιαφέρον. Όχι μόνο γιατί είναι ένας από τους πιο δημιουργικούς ηθοποιούς της γενιάς του αλλά επιπλέον γιατί ανήκει σε αυτούς τους ανθρώπους που αρκούνται να μιλάνε μέσα από τη δουλειά τους ενώ εκτίθενται σπάνια στα ΜΜΕ. Ο ίδιος πάντως υποστηρίζει ότι μετά από τόσα χρόνια αισθάνεται ακόμα άβολα όταν συναντάει δημοσιογράφους.
«Δεν είναι ότι φοβάμαι, απλά τις άλλες κουβέντες, για τα προσωπικά, που μπορεί να θέλουν κάποιοι, δεν μπορώ να τις κάνω. Νιώθω άβολα, νιώθω λάθος. Άλλωστε τι μπορεί να νοιάζει τους υπόλοιπους τι κάνω εγώ στην προσωπική μου ζωή, εκτός δουλειάς; Για όσους μας παρακολουθούν νομίζω πως έχει σημασία ότι θα αφήσουν το σπίτι τους, τα προβλήματά τους, τις έγνοιες τους και θα έρθουν στο θέατρο να δουν εμάς και τη δουλειά μας. Οπότε όλα τα άλλα είναι κατασκευές».
Για τον Γιώργο Νινιό η αληθινή πρόκληση ως ηθοποιός γεννιέται στο θέατρο, ωστόσο παραδέχεται ότι αυτό που ορίζεται ως διασημότητα, ως δημοφιλία, το κέρδισε μέσα από τη συμμετοχή του σε πολλές αγαπημένες τηλεοπτικές σειρές της δεκαετίας του ’90. Ο ίδιος πάντως δείχνει αποστασιοποιημένος από αυτή την προβολή :
«Η τηλεόραση μου έβγαλε την ταυτότητα. Ξέρεις, έγινα αυτό που λέμε διάσημος, αναγνωρίσιμος, όλα αυτά. Ήταν η εποχή που ξεκίνησε η ιδιωτική τηλεόραση, αρχές του ’90, οπότε είχε ανοίξει η ιστορία και υπήρχε η ανάγκη για τέτοια πράματα όπως π.χ. τα «Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά». Αλλά μετά άλλαξαν πολλά και έκανα λίγο πίσω. Παρά το ότι πάλεψα, ένιωθα ότι δεν έχω την ικανότητα να είμαι παρών και να ανταποκριθώ σε τέτοιες ιδιαίτερες συνθήκες».
Όντας ένας αρκετά αγαπητός ηθοποιός και με το βάρος του χρόνου να δίνει ιδιαίτερη αξία στη θεατρική του παρουσία έχει σημασία το πως εμπιστεύεται το ένστικτό του για να χτίσει έναν χαρακτήρα.
«Είναι αλήθεια πως αυτό έχει σημαντική αξία αλλά δεν κάθομαι και να το ψάξω. Αυτό που σκάει στο μυαλό μου ως ιδέα το δοκιμάζω. Και δεν αφορά μόνο την περίοδο της προετοιμασίας αλλά και την φάση των παραστάσεων. Ο σκοπός είναι να πιάσεις το 100%. Αλλά τι συμβαίνει σε αυτό το μεσοδιάστημα δεν μπορώ να το εξηγήσω. Απλά θέλω να γίνω αυτός ο άλλος».

Με δεδομένο ότι η ιστορία του έργου γυρίζει τους θεατές στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής (λίγο πριν την απελευθέρωση), ποια σημασία μπορεί να έχει μια τέτοια παράσταση στο σήμερα; Ο ίδιος ελπίζει πως θα μπορούσε να γίνει μια χρονομηχανή που θα μας κάνει να γνωρίσουμε μια από τις δύσκολες περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας:
«Για τα νέα παιδιά που δεν ξέρουν τίποτα και έχουν διαβάσει ελάχιστα, μέσα από τέτοιες παραστάσεις μαθαίνουν ότι όντως κάποια πράματα έγιναν. Η εποχή της Κατοχής είναι μια δύσκολη εποχή ό,τι και να λέμε. Η παράσταση επομένως είναι μια ευκαιρία να δεις μια ιστορία για μια εποχή που δεν θα είχες αλλιώς την ευκαιρία να δεις και να κατανοήσεις. Και ακόμα πόσο εύκολο είναι να αναγνωρίσεις τον εαυτό σου σε αντίστοιχες ιστορίες, πράξεις, καταστάσεις».
Μιλάμε για δύσκολες εποχές και μπαίνω στον πειρασμό να τον ρωτήσω κάτι για τη δική μας εποχή. Ζούμε άραγε σε μια δύσκολη εποχή; Η απάντηση του μάλλον με αιφνιδιάζει:
«Απ’ ότι λένε οι παλιοί, αυτά που ζούμε τώρα μοιάζουν λιγότερο δύσκολα σε σχέση με ότι συνέβη το ’40, που είχε φτώχεια, πείνα, Κατοχή και Εμφύλιο. Για τους νεότερους, όλη αυτή η κατάσταση αποτελεί ίσως μια πρώτη εικόνα των δυσκολιών που έρχονται στη ζωή. Όμως είναι πολύ άσχημο να βλέπεις ανθρώπους στα 70 και στα 80 τους χρόνια να ταλαιπωρούνται για ακόμη μια φορά».
Υπάρχει βέβαια και ένα κομμάτι αυτού του παρελθόντος που αρέσει σε όλους να είναι εξιδανικευμένο.
«Υπάρχει νομίζω και ένα παρελθόν παγίδα. Που νόμιζες ότι όλα είναι καλά αλλά εξελίχθηκαν διαφορετικά. Οι καλές εποχές που λέμε, γύρω στο ’60 -’70, έχουν να κάνουν κυρίως με αυτά που η ίδια η ζωή έδινε απλόχερα. Ο ήλιος, η θάλασσα, η ανοιχτή πόρτα στη γειτονιά, η καλημέρα σε όλους, ο χωματόδρομος. Όπου περνάει άσφαλτος νεκρώνουν αυτά τα πράματα γιατί έρχεται η ταχύτητα, το απρόσωπο».
Συνέντευξη στον Γιάννη Γκροσδάνη
Φωτογραφίες : Kώστας Αμοιρίδης
Video Production: Στέλιος Φουρκιώτης
*Αναδημοσίευση από το εξαμηνιαίο freepress περιοδικό του ΚΘΒΕ «Πράξη» (Χειμώνας 2018 – Άνοιξη 2019 )


Leave a Reply