Δημοσθένης Παπαδόπουλος

“Η τέχνη σε οδηγεί να ψάξεις στα κρυμμένα”

Στην πρώτη του συνεργασία με το ΚΘΒΕ, ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Δημοσθένης Παπαδόπουλος με το “Ντα” του Χιού Λέοναρντ, βουτά στα βάθη των οικογενειακών σχέσεων, φέρνοντας στην επιφάνεια θεατρικούς χαρακτήρες που έχουν να μας πουν κάτι ουσιαστικό για τη περιπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων.

Συνέντευξη στην Εύη Καρκίτη

Το Ντα, υποκοριστικό του Νταντ, είναι ένα έργο που δείχνει να βγαίνει από μια “βαθιά” Ιρλανδία, από έναν συγγραφέα που χωρίς να είναι εντελώς άγνωστος μάλλον δεν είναι και πολύ γνωστός στο κοινό. Πώς το προσεγγίσατε και πώς το συνδέσατε με την ελληνική πραγματικότητα;

Παρόλο που το Ιρλανδικό στοιχείο  υπάρχει έντονα στο έργο, η ιστορία επικεντρώνεται στην σχέση  πατέρα – γιου , σχέση καθοριστική για οποιαδήποτε εθνικότητα. Στην επεξεργασία μου στο κείμενο κράτησα εκείνα τα στοιχεία από την κοινωνία της Ιρλανδίας που ο Έλληνας θεατής μπορεί να αναγνωρίσει και μερικά άλλα τα επεξεργάστηκα ώστε να αγγίζουν το σημερινό θεατή. Το σημαντικό είναι ότι η σχέση πατέρα – γιου στο συγκεκριμένο έργο είναι βαθιά συγκινητική. Νομίζω ότι μία θεατρική ιστορία που αναφέρεται σε αυτήν τη σχέση, αν είναι γραμμένη με ένα βαθύ και ουσιαστικό τρόπο, αφορά το θεατή σε όποια χώρα και αν διαδραματίζεται.

Πολλοί ισχυρίζονται ότι η οικογένεια είναι η μεγάλη δεξαμενή από όπου αντλεί τις ιστορίες και η λογοτεχνία και το θέατρο και η αφήγηση κάθε μορφής. Συμφωνείτε πως μέσα σε αυτήν μπορεί κανείς να μάθει πολλά για την ανθρώπινη συνθήκη;

Η οικογένεια είναι η Αρχή. Το Παν. Αυτή σε γεννά και αυτή σε διαμορφώνει. Είναι φυσικό λοιπόν ο καλλιτέχνης να αντλεί από την οικογένεια, από την παιδική ηλικία, από τα βιώματα. Είτε αυτά είναι θετικά είτε αρνητικά. Η τέχνη σε οδηγεί προς τα πίσω. Να ψάξεις τα κρυμμένα. Όπως και στην ψυχανάλυση. Οι μεγάλοι λογοτέχνες και θεατρικοί συγγραφείς αυτό κάνουν. Ψάχνουν τους ήρωες σκάβοντας να βρουν το πρωτόλειο. Τη μήτρα. Έτσι μόνο μπορούν να καταλάβουν το προσωπείο. Γιατί ένας ολοκληρωμένος θεατρικός ή λογοτεχνικός ήρωας έχει δύο όψεις. Το προσωπείο και αυτό που κρύβεται. Αυτά τα δύο είναι συμπληρωματικά και μαζί αποτελούν την αλήθεια. Και στο θέατρο αυτήν ακριβώς τη δουλειά κάνουμε. Ψάχνουμε να βρούμε τι κρύβεται κάτω από τις λέξεις.

Tην πρώτη φορά που σας είδα ήταν στην ταινία του Αν. Κόκκινου “Τέλος εποχής”. Η αίθουσα ήταν ασφυκτικά γεμάτη, είχε ακόμη και όρθιους. Ο κινηματογράφος δικαίωσε τις προσδοκίες του αλλά και τις δικές σας; Έχει να πει πράγματα μια νέα γενιά κινηματογραφιστών;

Ποτέ δεν υπήρξε σοβαρά κινηματογράφος στην Ελλάδα, ας μην γελιόμαστε. Εκτός βέβαια από την εποχή του Φίνου αλλά σε εκείνη την περίπτωση μιλάμε για έναν καθαρά εμπορικό κινηματογράφο. Πραγματική όμως, σοβαρή κινηματογραφική παραγωγή και προώθηση δεν υπήρξε. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε άξιους κινηματογραφιστές. Για να ανθίσει όμως ο κινηματογράφος στην Ελλάδα, πρέπει να υπάρχει και μία σταθερή πολιτική κατεύθυνση παιδείας ως προς αυτόν. Ταλέντα υπάρχουν πολλά. Και άνθρωποι με όρεξη και πάθος. Αλλά δεν υπάρχει καμία βοήθεια. Γι αυτό βγαίνουν κάποιες καλές ταινίες και κάποιοι νέοι πολύ καλοί κινηματογραφιστές, που μετά χάνονται μη βρίσκοντας την κατάλληλη στήριξη. Το ‘Τέλος Εποχής’ και ο Αντώνης Κόκκινος ήταν μία από αυτές τις εξαιρέσεις και ήμουν τυχερός που συμμετείχα σε αυτήν. Νέοι κινηματογραφιστές υπάρχουν και μάλιστα εξαιρετικοί. Όπως για παράδειγμα ο Λάνθιμος. Αλλά και αυτή η εξαιρετική περίπτωση κινηματογραφιστή βρήκε στήριξη – ευτυχώς – από το εξωτερικό. Ο κινηματογράφος χρειάζεται κρατική βοήθεια και παιδεία.

Κάποια στιγμή εάν δεν κάνω λάθος φύγατε από την χώρα, δεν γνωρίζω εάν ζείτε ακόμη στο Βερολίνο. Αναζητήσατε μια εναλλακτική, μια νέα επαγγελματική αρχή, μια νέα ζωή;

Μετά από περίπου 25 χρόνια εντατικής δουλειάς χρειαζόμουν ένα διάλειμμα. Μία ανανέωση. Έναν επαναπροσδιορισμό. Γι αυτό αποφάσισα να ζήσω στο Βερολίνο. Έμεινα εκεί για περίπου 5 χρόνια δουλεύοντας στο γερμανόφωνο θέατρο. Αυτή η πενταετία ήταν μία πολύ σημαντική και καθοριστική εμπειρία για τη ζωή και τη δουλειά μου.

Έχετε κάνει μια πλούσια διαδρομή στο θέατρο, περάσατε από το σινεμά αλλά και από την τηλεόραση. Οι επιλογές σας μάλλον ήταν αυστηρές σε μια εποχή που η τηλεόραση “έφτιαχνε”  ηθοποιούς. Επίσης μάλλον την τηλεοπτική σας φήμη δεν την χρησιμοποιήσατε στο θέατρο. Ήταν μια επιλογή; Θα κάνατε και σήμερα το ίδιο;

Κάνω πάντα το ίδιο. Αυτό που μου λέει το ένστικτό μου ότι είναι καλύτερο για μένα προσωπικά και τη δουλειά μου. Φαντάζομαι ότι με ρωτάτε αν θα έκανα και σήμερα τις επιλογές που έκανα στο παρελθόν με αφορμή την οικονομική κρίση. Συνεχίζω και κινούμαι ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Νομίζω ότι αν έκανα μία δουλειά στο θέατρο ή στην τηλεόραση που δεν θα την πίστευα δεν θα μπορούσα να λειτουργήσω. Το πρώτο πράγμα που κινητοποιεί τον ηθοποιό σε μια δουλειά είναι η πίστη. Ο ενθουσιασμός. Σίγουρα τα οικονομικά έχουν στενέψει. Αλλά προτιμώ, αντί να κάνω εκπτώσεις στη δουλειά μου, να βρίσκω άλλους τρόπους που θα μου φέρουν κάποια επιπλέον χρήματα.

Προτιμάτε να παίζετε ή να σκηνοθετείτε; Έχουν μεγάλη διαφορά αυτές οι δύο ιδιότητες;

Για μένα δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στις δύο ιδιότητες. Το ένα συμπληρώνει και τροφοδοτεί το άλλο. Στην πράξη βέβαια υπάρχουν διαφορές. Η σκηνοθετική ευθύνη είναι πολύ μεγαλύτερη. Πρέπει να καθοδηγήσεις άλλους ανθρώπους. Να τους κάνεις να κατανοήσουν την άποψή σου και να εκφραστούν κι αυτοί προσωπικά μέσα από αυτήν. Και πολλά άλλα. Αλλά μέσα μου είναι η ίδια δουλειά. Πάντα όταν παίζω σκέφτομαι και σκηνοθετικά και όταν σκηνοθετώ σκέφτομαι και υποκριτικά.

Υπάρχουν δουλειές που θεωρείτε σταθμούς στην πορεία σας;

Κάθε δουλειά είχε την ιδιαιτερότητά της. Και πολλές φορές οι δουλειές που δεν  ‘λειτούργησαν’ ήταν πολύ πιο εποικοδομητικές.

Η κρίση έφερε, κυρίως στο θέατρο, συνεργασίες; Διακρίνατε μια αλλαγή στάσης και νοοτροπίας;

Δεν το γνωρίζω αυτό. Πολύ φοβάμαι ότι η κρίση έφερε στο θέατρο φτώχεια και προχειρότητα. Μάλλον δεν έχουμε πιάσει ακόμα πάτο για να αρχίσει το θέατρο να μιλάει ουσιαστικά και καινοτόμα. Περισσότερη μιζέρια βλέπω στο θέατρο, είτε αυτό είναι με συνεργασίες είτε χωρίς.

Υπάρχουν συγγραφείς ενεργοί σήμερα που να εμπιστεύεστε και να θέλετε να συνεργαστείτε μαζί τους είτε σαν ηθοποιός ή σαν σκηνοθέτης;

Αν εννοείτε Έλληνες συγγραφείς, ο μόνος που είναι ολοκληρωμένος και ώριμος συγγραφέας αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα κατά τη γνώμη μου είναι ο συντοπίτης σας Δημήτρης Δημητριάδης, με τον οποίο έχω ήδη συνεργαστεί δύο φορές. Ίσως υπάρχουν κι άλλοι που δεν τους γνωρίζω. Ας με συγχωρέσουν. Γενικά υπάρχει έλλειψη συγγραφέων παγκοσμίως. Ίσως έτσι εξηγείται και η τελευταία τάση να ανεβαίνουν στο θέατρο μεγάλα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Το ‘Ντα’ είναι η πρώτη σας συνεργασία με το ΚΘΒΕ;

Ναι. Και χαίρομαι πολύ.

Γνωρίζετε τη Θεσσαλονίκη; Είναι μια πόλη που σας ευχαριστεί ή μήπως σας κουράζει;

Την τελευταία φορά που ήρθα στην Θεσσαλονίκη είδα μια πόλη υπέροχη. Ομολογώ ότι παλιότερα η Θεσσαλονίκη τις λίγες φορές που την επισκεπτόμουν μου προκαλούσε μία θλίψη. Την τελευταία φορά όμως είδα μία πόλη ζωντανή, ενδιαφέρουσα. Αλλά νομίζω ότι το πώς βλέπουμε μία πόλη εξαρτάται πολύ και από το πώς είμαστε μέσα μας εμείς.