Τι μέρα πέφτει η… Τσικνοπέμπτη;

Πρώτα τη μυρίζεις, μετά τη ζεις. Βγαίνει στους δρόμους παρφουμαρισμένη με γαργαλιστικές μυρωδιές τσίκνας, από τις υπαίθριες ψησταριές που στήνονται εδώ κι εκεί, σε κάθε γωνιά, σε κάθε γειτονιά, τρατάροντας ξεροψημένα, λαχταριστά κρέατα. Τα πυρωμένα κάρβουνα πυρακτώνουν και την καρδιά της. Είναι ορκισμένη γλεντζού. Φωνάζει δυνατά, γελάει τρανταχτά, τρώει πολύ, πίνει περισσότερο, χορεύει, στροβιλίζεται, μαγεύει. Είναι μια Πέμπτη, που μασκαρεύεται και καμώνεται πως είναι Σάββατο. Μας παρασύρει σε μια ξέφρενη γιορτή, που στήνεται καταμεσής της εβδομάδας και διαρκεί ολημερίς και ολονυχτίς.

Είναι η Πέμπτη της δεύτερης εβδομάδας του Τριωδίου, ημέρα σταθμός ολάκερης της καρναβαλικής περιόδου. Μια Πέμπτη με όνομα και χαρακτήρα ολότελα δικό της: Τσικνοπέμπτη. Όνομα όχι ιδιαίτερα εύηχο ή κολακευτικό, αλλά παραστατικό, αφού η μέρα αυτή αποτελεί μια ωδή στην τσίκνα του ψητού κρέατος. Είναι η γιορτή της φανατικής κρεατοφαγίας, της κραιπάλης, της υπερβολής. Κανείς δεν ξέρει από πού κρατάει η σκούφια της… Οι ρίζες της χάνονται στα βάθη των αιώνων. Εικάζεται, όμως, ότι όπως συμβαίνει και με το Καρναβάλι γενικότερα, προέρχεται από τις βακχικές γιορτές των αρχαίων Ελλήνων, οι οποίοι επιδίδονταν σε ξέφρενα γλέντια για να εξασφαλίσουν την καρποφορία της γης την Άνοιξη. Σήμερα, η γιορτή, σαν σύγχρονη ιεροτελεστία, δεν στοχεύει πια στην ευφορία της γης, αλλά στην ευφορία της ψυχής, ξορκίζοντας για μια μέρα την σκέψη της… εφορίας και άλλων δεινών  της καθημερινής ζωής.

Τούτη τη μέρα, κανονίζεις από νωρίς. Φεύγεις βιαστικά από τη δουλειά. Αν μερακλωθείς, μασκαρεύεσαι κιόλας. Νοικιάζεις στολή, ή φοράς ό,τι έχεις, αυτοσχεδιάζεις και πορεύεσαι. Ξεχύνεσαι στους δρόμους μαζί με άλλους τρελαμένους καρναβαλιστές. Κλείνεις τραπέζι σε ταβέρνα με ψαγμένα κρεατικά ή βολεύεσαι με κοψίδια και χύμα κρασί στα όρθια. Μετά το έτσι ή αλλιώς ένδοξο φαγοπότι, η νύχτα συνεχίζει να είναι μακριά. Μπαινοβγαίνεις στα αγαπημένα σου στέκια, στα ξάγρυπνα bar, που πάλλονται από μουσικές, γέλια και αποκριάτικα καμώματα. Στα αυτιά σου μπλέκεται η ντίσκο με τα χάλκινα, το «κετελαπόνκο» με το «κέρνα μας, κέρνα μας», ω! είναι ωραία η ζωή, μες στον παροξυσμό της, σκέφτεσαι και τσουγκρίζεις το ποτήρι. Πάμε άλλη μία; Σερπαντίνες και νέφη  από ιπτάμενα μικροσκοπικά κομφετί. Περούκες και μάσκες και ντουντούκες και σφυρίχτρες και μποά. Κραυγαλέα υφάσματα, λαμέ, ριγέ, πουά. Αρλεκίνοι και μάγισσες. Βασίλισσες της νύχτας, γοργόνες, μάγκες, ινδιάνοι, πειρατές, σούπερ ήρωες με μπέρτες και κολάν, ένα σουρεάλ σύμπαν που περιστρέφεται ιλιγγιωδώς, εκτοξεύοντας χρυσόσκονες και αποκαΐδια.

Γυρνάς στο σπίτι αργά. Βυθίζεσαι στο κρεβάτι. Δυο τρία αδιάκριτα κομφετί τρύπωσαν στα εσώρουχά σου, κάποια φώλιασαν στα μαλλιά σου. Τα αυτιά ακόμη βουίζουν. Κλείνεις τα μάτια και βλέπεις ακόμη λάμψεις και χρώματα, που στραφταλίζουν και στροβιλίζονται και σε ζαλίζουν. Πώς με κατάφερε πάλι αυτή η μπαγαμπόντισσα η μέρα, σκέφτεσαι… Ποιος πάει αύριο στη δουλειά; Και λίγο πριν σε πάρει ο ύπνος ο βαθύς, στον απόηχο αυτής της σουρεαλιστικής βραδιάς, γίνονται σουρεάλ και οι σκέψεις σου:  Γιατί πρέπει η Τσικνοπέμπτη να πέφτει πάντα Πέμπτη; Να βάζαμε όλοι μαζί ένα χεράκι, να την σπρώχναμε ένα-δυο τσικ, να γινόταν Τσικνοσάββατο. Βλέπεις, το μόνο πρόβλημα με την Τσικνοπέμπτη, είναι ότι την επομένη θα έπρεπε να ξημερώνει Κυριακή. Μια Κυριακή τεμπέλικη, αργόσυρτη, νωθρή, βάλσαμο μετά την ξέφρενη γιορτή.

 

Γράφει η Μαρία Παντελίδου

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *