Πάρα πολλή  … Πρωτοχρονιά

Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη ζωντανή 365 μέρες το χρόνο. Μια πόλη που δεν μοιάζει να χρειάζεται αφορμές ή δικαιολογίες για να το ρίξει έξω. Υπάρχει ωστόσο μια μέρα του χρόνου, που διαφέρει από τις υπόλοιπες. Μια μέρα που όλα μοιάζουν να μεγεθύνονται: οι παρέες, οι άνθρωποι, τα γέλια, οι διαθέσεις, και γενικά αυτή η αίσθηση της ξέφρενης γιορτής, που πλανιέται σε όλη την πόλη, παρασύροντας τους πάντες σε μια πρωτόγνωρη διάσταση ευφορίας.

Είναι η παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Η τελευταία μέρα του χρόνου. Η μέρα κατά την οποία τα πλήθη ξεχύνονται στους δρόμους από νωρίς το πρωί, για να γνέψουν το τελευταίο – και πανηγυρικό – αντίο στο έτος που φεύγει.  Είναι η κατάμεστη αγορά. Το κέντρο της πόλης που δονείται στους καταιγιστικούς ρυθμούς μιας παράφορης γιορτής. Τα πεζοδρόμια που οργώνονται από ορδές περαστικών.  Τα εμπορικά καταστήματα που σφύζουν από κόσμο, που ψωνίζει, χαζεύει, και κάπου, κάπως, έχει ξεχάσει και τι γυρεύει. Τα καφέ και τα εστιατόρια που σερβίρουν αγόγγυστα γκουρμεδιές και αποστάγματα  μεθυσμένα από τις ευχές. Άνθρωποι φορτωμένοι με σακούλες και όνειρα και παραζαλισμένες επιθυμίες. Ένα αστικό σύμπαν που μοιάζει να διαστέλλεται για να χωρέσει όλη αυτή την εορταστική φρενίτιδα, που οι Θεσσαλονικείς λατρεύουμε να ζούμε κάθε χρόνο, χωρίς φόβο, με πάθος, ενίοτε και με θράσος, σαν να μην υπάρχει αύριο.

Ίσως να παίζει ρόλο, που ειδικά αυτή τη μέρα του χρόνου, αυτό το αύριο, αποκτά μια ειδική βαρύτητα. Δεν είναι μια ακόμη μέρα. Είναι μια ακόμη χρονιά! Ολοκαίνουρια, άγραφη, άγνωστη. Λίγο πριν την υποδεχτούμε, λοιπόν, φορτωμένοι με το γλυκόπικρο  βάρος  του έτους που φεύγει, είναι σαν φλεγόμαστε από έναν διακαή πόθο να βγούμε στους δρόμους, να ξορκίσουμε τις έγνοιες μας, να εκτονώσουμε ό,τι μας βασανίζει, να εξαγνιστούμε. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, ότι πέρα από τα κοσμικά spots της πόλης, εκεί που οι κομψές Θεσσαλονικιές δίνουν στην ημέρα την πρέπουσα δόση λάμψης και class, το αληθινό πάρτι στήνεται στον δρόμο. Γύρω από πυρωμένα μαγκάλια, με ψητά κρέατα, χύμα κρασί, μανιασμένα χάλκινα, κλαρίνα και κρουστά. Είναι αυτοσχεδιαστικό, ακραίο, ανελέητο. Απενοχοποιεί το γλέντι στην πιο αφτιασίδωτή του εκδοχή.

Θυμάμαι πώς μια φίλη, που πάει καιρός  που μετοίκησε σε μια πολιτισμένη, μετρημένη πρωτεύουσα του Βορρά, μου αφηγούνταν πόσο άφωνη είχε μείνει μπροστά σε ένα χαρακτηριστικό ενσταντανέ αυτής της μέρας, λίγα χρόνια πριν: Το μποτιλιάρισμα στην Τσιμισκή ανυπόφορο, και εκεί που κάποιος θα περίμενε οργισμένους οδηγούς και δαιμονισμένα κορναρίσματα, ένα ζευγάρι έχει βγει από το αυτοκίνητο, που έπαιζε μουσική στη διαπασών, και έχει στήσει το χορό πάνω στο καπό, σε ένα εκστατικό παραλήρημα που στα μάτια της άγγιζε τα όρια του γκροτέσκου. Κι όμως, αυτό είναι που κάνει την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τόσο ιδιαίτερη στη Θεσσαλονίκη. Ότι για μια μόνο μέρα, γίνεται πιο φωνακλού, πιο μάξιμαλ και πιο υπερβολική από ποτέ, βγάζοντας στην επιφάνεια όλες τις αντιφατικές της χάρες, όλα τα διαφορετικά κι όμως, τόσο γοητευτικά της πρόσωπα.   Η καλοζωισμένη, εστέτ μποέμισσα της δύσης συναντάει τη φολκλόρ νύφη των Βαλκανίων και της ανατολής και μαζί διασκεδάζουν μέχρι το πρωί.

Τελευταία μέρα του χρόνου, σκέφτεται η όμορφη Θεσσαλονίκη. Σήμερα είναι η μέρα μου. Δεν με κρατάει τίποτα. Καμία κρίση, καμία επίκριση. Βγαίνω στους δρόμους. Εκτονώνομαι. Γελάω. Φλερτάρω. Μεθώ. Χορεύω. Ξεχνώ. Μηδενίζω. Ανατέλλω. Αύριο μια νέα αρχή, σήμερα μια γιορτή χωρίς τέλος.

Γράφει η Μαρία Παντελίδου