Ο Κώστας Τσιάνος στην «Αυλή των Θαυμάτων»

Από τα ιδρυτικά μέλη του Θεσσαλικού Θεάτρου, ηθοποιός, σκηνοθέτης, αλλά και συγγραφέας, ο Κώστας Τσιάνος έχει αφήσει το δικό του αποτύπωμα στο ελληνικό θέατρο. Φέτος επιστρέφει στο ΚΘΒΕ, αλλά και σε ένα εμβληματικό έργο, στο οποίο η Ελλάδα μπορεί κάθε φορά να δει το πρόσωπό της.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ασχολείστε με την «Αυλή των θαυμάτων». Ήταν,
εάν δεν πέφτω έξω, η πρώτη παράσταση του Θεσσαλικού Θεάτρου λίγο μετά
τη Μεταπολίτευση σε σκηνοθεσία Δ. Χρονόπουλου και σήμερα το σκηνοθετείτε εσείς για το ΚΘΒΕ στην Ελλάδα της κρίσης. Είναι ένα έργο επίκαιρο; Δίνει τη δυνατότητα για διαφορετικές προσεγγίσεις;

Είναι η τέταρτη φορά που «εισβάλλω» στην «Αυλή των θαυμάτων». Με το έργο αυτό άρχισα την επαγγελματική μου διαδρομή στο θέατρο, ερμηνεύοντας τον Γιάννη, τον γιο του κυρ Ιορδάνη, στο ιστορικό Θέατρο Νέας Ιωνίας, το 1966 σε σκηνοθεσία Γιώργου Μιχαηλίδη. Τη δεύτερη φορά ερμήνευσα τον κυρ Ιορδάνη, το 1975, στο Θεσσαλικό Θέατρο, που ήταν και το εναρκτήριο έργο του. Την τρίτη φορά σκηνοθέτησα και ντύθηκα πάλι τον κυρ Ιορδάνη, τον χειμώνα 1988-1989, στο θέατρο Βεάκη, σε παραγωγή του αείμνηστου Γιώργου Λεμπέση. Τώρα, την τέταρτη φορά σκηνοθετώ την «Αυλή» για το ΚΘΒΕ και είναι μεγάλη τιμή για εμένα. Το έργο, αν και γράφτηκε πριν από 60 χρόνια, είναι δραματικά επίκαιρο. Είναι σαν να αναφέρεται ο Καμπανέλλης σε σημερινές κοινωνικές καταστάσεις.

Η Ελλάδα της δεκαετίας του 50 έχει συζητηθεί πολύ τα τελευταία χρόνια. Στο έργο του Καμπανέλλη η Ελλάδα «βλέπει» το πρόσωπό της; Και ποιο είναι αυτό κατά τη γνώμη σας;

Στην Ελλάδα του ’50 ο κοσμάκης προσπαθούσε να συνέλθει από την Κατοχή, από τον Εμφύλιο και τη ζοφερή μετεμφυλιακή περίοδο, μέσα στην ανέχεια, την ανεργία, την ανασφάλεια, το τεράστιο στεγαστικό πρόβλημα. Η αντιπαροχή και η ανοικοδόμηση δημιούργησαν δραματικές καταστάσεις στη λαϊκή τάξη, που ζούσε σε ενοικιαζόμενα ετοιμόρροπα χαμόσπιτα. Ένας πληθυσμός που άφησε τα χωριά για να βρει καλύτερες συνθήκες ζωής στη μεγαλούπολη, εσωτερικός πρόσφυγας αυτός για να συναντήσει την προσφυγιά των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, του Πόντου. Τα ξερονήσια της εξορίας δεν είχαν αδειάσει ακόμα. Τα «πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων» ήταν απαραίτητα για να βρει κάποιος δουλειά. Κι απ’ την άλλη, κυριαρχούσαν αυτοί που τα «οικονόμησαν» τη δεκαετία του ’40, οι συνεργαζόμενοι με τους κατακτητές και οι μαυραγορίτες.

Γνωρίζατε προσωπικά τον Καμπανέλλη. Ποια είναι η πιο έντονη ανάμνησή σας από εκείνον;

Τον Ιάκωβο Καμπανέλλη τον πρωτογνώρισα στην αρχή της θητείας μου στο θέατρο. Με συμπάθησε, εκτός των άλλων, για την αφοσίωση μου στην τέχνη, καθώς έλεγε. Ήταν ο μέντοράς μου. Έπαιξα σε πολλά έργα του. Ήταν άνθρωπος γενναιόδωρος, απλός, φιλικός, αγαπούσε το θέατρο και τους ανθρώπους που εργάζονταν σ’ αυτό. Προσιτός σε όλους και φυσικά έξοχος συγγραφέας.

Όπως συμβαίνει τώρα με την «Αυλή των θαυμάτων» αλλά και με άλλα έργα στο παρελθόν, όπως για παράδειγμα με το δικό σας έργο «Ζωή Χαρισάμενη», δείχνετε μια έλξη για καθημερινούς αλλά και βασανισμένους ανθρώπους, πρόσωπα των οποίων η επιβίωση ήταν πάντα πολύ δύσκολη. Πώς οδηγηθήκατε σε αυτό;

Μεγάλωσα σε μια φτωχική, μα περήφανη οικογένεια. Σε μια«Αυλή των θαυμάτων» με 5 λαϊκές οικογένειες και σε μιαφτωχογειτονιά της Λάρισας που φιλοξενούσε όλα τα βάσανα,τα πένθη, αλλά και τις χαρές μαζί. Οι χαρακτήρες αυτοί, με τις συμπεριφορές τους, μ’ ακολουθούν πάντα. Η ζωή τους, όπως και η δική μου, πέρασε από πολλές περιπέτειες. Ο καθημερινός αγώνας για να επιβιώσουν πάντα με συγκινούσε και η πορεία τους είχε μεγάλο ενδιαφέρον.

Ίσως να μην υπάρχει θεατρικό είδος με το οποίο να μην ασχοληθήκατε ως ηθοποιός αλλά και σκηνοθέτης. Μέσα σε ποιο νιώσατε καλύτερα; Τι νιώσατε ότι σας ταίριαξε περισσότερο μέσω του οποίου αγγίξατε το όραμά σας;

Όλα τα είδη του θεάτρου με γοητεύουν, αρκεί να τα υπερασπίζομαι με καλούς συναδέλφους, οι συνθήκες ανεβάσματος να είναι καλές και να βρίσκω κάποιο ενδιαφέρον. Τώρα πια ξέρω τι μπορώ να κάνω και τι όχι. Είναι αρκετοί συγγραφείς που δεν τολμώ να τους πλησιάσω.

Θέατρο σημαίνει πρωτίστως συνεργασία. Ποιοι ήταν οι δικοί σας σταθμοί και τα πρόσωπα που σημάδεψαν την πορεία σας;

Χωρίς καλούς συνεργάτες δε μπορείς να λειτουργήσεις στο θέατρο. Οι άνθρωποι που καθόρισαν την πορεία μου στο θέατρο ήταν πρώτα απ’ όλα οι δάσκαλοί μου. Ο Δημήτρης Ροντήρης, η Δόρα Στράτου, ο Δημήτρης Χορν, η Ασπασία Παπαθανασίου. Μετά οι συνεργασίες μου με την Άννα Βαγενά, τον Σπύρο Ευαγγελάτο, τη Λυδία Κονιόρδου, την Τζένη Καρέζη, την Αλίκη Βουγιουκλάκη, τη Μελίνα και τόσους άλλους υπέροχους καλλιτέχνες και να αναφέρω τελευταίο τον μέγα Κάρολο Κουν.

Υπήρξατε από τα ιδρυτικά μέλη του Θεσσαλικού Θεάτρου, ίσως της σημαντικότερης προσπάθειας αποκέντρωσης της θεατρικής δράσης με εξαιρετικά αποτελέσματα, το οποίο υπήρξε και κοιτίδα νέων ηθοποιών. Σήμερα το ελληνικό θέατρο έχει ανάγκη από τέτοιες κινήσεις που θα αναδείξουν
τις δημιουργικές δυνάμεις στην περιφέρεια;

Η ίδρυση του Θεσσαλικού Θεάτρου το 1975 και η θητεία μου σ’ αυτό 30 σχεδόν χρόνια, ήταν το μέγα γεγονός της ζωής μου. Για 22 περίπου χρόνια είχα την καλλιτεχνική του ευθύνη και καθώς λένε, έκανα το καθήκον μου παραδειγματικά. Κατάφερα να δώσω στο Θεσσαλικό Θέατρο μια ιδιαίτερη δική του φυσιογνωμία, με σπουδαίες παραστάσεις που να απευθύνονται στο πλατύ κοινό, αλλά και με προδιαγραφές υψηλού επιπέδου. Το Θεσσαλικό Θέατρο εκπροσώπησε τη χώρα μας σε πολλά Φεστιβάλ του εξωτερικού, με παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας που χαρακτηρίστηκαν «σταθμοί στο ελληνικό θέατρο». Πιστεύω, ότι πρέπει να ενισχυθεί η προσπάθεια από την πολιτεία, αλλά και από τους ανθρώπους του θεάτρου, να συνεχίσουν να υπάρχουν θέατρα στην περιφέρεια. Χρειάζεται πάθος, μόχθος, ενθουσιασμός, απίστευτη προσπάθεια, διαρκής επαγρύπνηση και πολύς στοχασμός.

Νέοι ηθοποιοί ενώνουν δυνάμεις, βρίσκουν εναλλακτικούς χώρους και ανεβάζουν παραστάσεις μηδενικού κόστους. Θεωρείτε πως κάτι τέτοιο έχει προοπτική ώστε να διαμορφωθεί ένα νέο τοπίο; Μπορεί στα αλήθεια να γίνει καλό θέατρο χωρίς χρήματα;

Με ενθουσιασμό βλέπω τους νέους συναδέλφους να δημιουργούν θέατρα και παραστάσεις με το τίποτα. Τα αποτελέσματα δεν είναι πάντα καλά, παρόλα αυτά μέσα από αυτές τις προσπάθειες γεννιούνται μερικά αξιόλογα θεατρικά γεγονότα. Απ’ αυτές τις ομάδες προχωράει το θέατρο μας. Πρέπει να τους ενθαρρύνουμε και σίγουρα κάτι όμορφο θα γεννηθεί.

Υπήρξατε ένα από τα πρόσωπα που έχουν μεταφέρει στη σκηνή νουβέλες και άλλα λογοτεχνικά κείμενα, έργα που δεν προορίζονταν για τη θεατρική σκηνή. Θα έλεγε κανείς πως σήμερα αυτό είναι μια τάση, να διασκευάζονται έργα για να ανέβουν στο θέατρο. Πού νομίζετε ότι οφείλετε αυτό;

Είναι πολλά τα λογοτεχνικά κείμενα που μπορούν να πάρουν θεατρική μορφή. Αυτό γινόταν από παλιά. Εγώ το έκανα γιατί με οδήγησαν τα ίδια τα κείμενα να τα μεταφέρω στο θέατρο. Τελευταία καταφεύγουν πολλοί στα λογοτεχνικά έργα, είτε γιατί δε βρίσκουν εύκολα θεατρικό έργο γιατί ξεπερνούν πια τις 1000 παραστάσεις το χρόνο, είτε γιατί γλυτώνουν τα συγγραφικά δικαιώματα αν πρόκειται για συγγραφέα που πέθανε πριν από 70 χρόνια, είτε γιατί τους συγκινεί το θέμα του έργου. Ας κάνουν ό,τι θέλουν, το αποτέλεσμα μετράει. Η τέχνη θέλει ελευθερία.

Υπάρχουν Έλληνες συγγραφείς που είναι σήμερα ενεργοί των οποίων τη δουλειά εκτιμάτε και θα θέλατε να ανεβάσετε κάποιο έργο τους;

Και βέβαια υπάρχουν αξιόλογοι θεατρικοί συγγράφεις που συνεχίζουν να γράφουν. Κάθε τόσο ξεπετάγονται ενδιαφέροντα έργα. Ο Κατσικονούρης, ο Μέντης, Ο Πουρσανίδης, η Βιτάλη και πολλοί άλλοι έχουν γράψει σημαντικά έργα. Εγώ έχω, σχεδόν, αφιερωθεί στο ελληνικό έργο παλιότερων μεγάλων συγγραφέων και είμαι αυτός που ανέβασε πρώτος έργο των Ρέππα – Παπαθανασίου. Και θα ήθελα πολύ να ξανασκηνοθετήσω έργα όπως το «Έβρος απέναντι» και «Τα μωρά τα φέρνει ο πελαργός».

Η Θεσσαλονίκη δεν σας είναι μια άγνωστη πόλη, ένα σύντομο διάστημα υπήρξατε και καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚΘΒΕ. Υπάρχουν κάποια σημεία που σας αρέσει να κάνετε βόλτες; Τι αγαπάτε σε αυτήν; Και τέλος τι βρίσκετε στη Θεσσαλονίκη ανυπόφορο;

Το ότι υπήρξα καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚΘΒΕ για λίγο το έχω σχεδόν ξεχάσει. Ωστόσο, αγαπώ πολύ το ΚΘΒΕ και όσους εργάζονται σ΄ αυτό. Η Θεσσαλονίκη έτσι κι αλλιώς είναι από τις ωραιότερες πόλεις της Ευρώπης.
Μου αρέσει να συχνάζω γύρω από το Θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, να κάνω βόλτες στην Τσιμισκή, στην Αριστοτέλους και τώρα γύρω από τη Μονή Λαζαριστών. Μακάρι να γίνει επιτέλους το Μετρό και να λιγοστέψουν τα αυτοκίνητα… αλλά πού να γίνει;

Δώστε μας μια εικόνα από την προετοιμασία της «Αυλής των θαυμάτων», την ατμόσφαιρα που
επικρατεί στις πρόβες και τις προσδοκίες σας από την παράσταση.

Η περίοδος των δοκιμών για την «Αυλή» μας έδωσε νέες δυνάμεις. Γνώρισα νέους συναδέλφους με ταλέντο και με διάθεση να μάθουν νέα πράγματά από έναν μεγαλύτερο τους. Υπάρχει σεβασμός, ενθουσιασμός και αγωνία από όλους και βέβαια τους ευχαριστώ που ανέχονται την ατελείωτη γκρίνια μου, που όμως κρύβει απέραντη αγάπη για όλους. Και γελάμε πολύ! Ελπίζουμε η παράστασή μας, όχι μόνο να αρέσει στο θεατρόφιλο κοινό που θα τη δει, αλλά να ενθουσιάσει. Το έργο «σταθμός» του Καμπανέλλη το αξίζει…

Συνέντευξη: Έυη Καρκίτη                                                                                                                                              Φωτογραφίες: Iωσηφίνα Σβανιά