Ιουλία Σταυρίδου

Θέλει αρετή και τόλμη η σκηνογραφία.Είναι ένα ταξίδι στον χρόνο και στον χώρο.Με αφορμή τη μόνιμη έκθεση κοστουμιών με τίτλο ‘Ίχνη του εφήμερου’, που φιλοξενείται στα φουαγιέ του Βασιλικού Θεάτρου, η ενδυματολόγος-σκηνογράφος Ιουλία Σταυρίδου που την επιμελείται, μας υποδέχεται στο θαυμαστό κόσμο της και μας μιλά για τις ιδιαίτερες προκλήσεις ενός από τα γοητευτικότερα, αλλά και πιο απαιτητικά επαγγέλματα του θεάτρου.

Πώς και πότε προέκυψε η ενασχόλησή σας με την ενδυματολογία – σκηνογραφία;

Ήμουν ακόμη στο Γυμνάσιο όταν αποφάσισα να ασχοληθώ με τη σκηνογραφία. Μου άρεσε πολύ να ζωγραφίζω και εξαρχής συνέδεσα τη ζωγραφική με τη σκηνογραφία και στη συνέχεια και με την ενδυματολογία.

Τι ήταν αυτό που σας γοήτευσε στο συγκεκριμένο επάγγελμα;

Αυτό που με κέρδιζε περισσότερο στα θεατρικά κείμενα που διάβαζα και τις παραστάσεις  που έβλεπα, ήταν ο κόσμος που δημιουργούσε μια ομάδα ανθρώπων. Αυτός ο κόσμος, που δημιουργούνταν για τις ανάγκες της παράστασης και διαρκούσε όσο κι αυτή, ήταν που με γοήτευε να προσπαθήσω και εγώ να γίνω μέρος του. Αυτή η προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα ολόκληρο σύμπαν προορισμένο να μείνει ζωντανό για ένα μικρό χρονικό διάστημα και στη συνέχεια να εξαφανιστεί, αφήνοντας πίσω του ελάχιστα ίχνη.

Πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος της δουλειάς σας στην επιτυχία μιας παράστασης;

Θα έλεγα άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο. Σε κάθε περίπτωση, η δουλειά του σκηνογράφου δημιουργεί ένα πλαίσιο  για να δοθεί μια άποψη για το χώρο, το χρόνο και την αισθητική του έργου, και κατ’ επέκταση για να βοηθήσει τους ηθοποιούς στην απόδοση του ρόλου τους.

Στη διάρκεια της πορείας σας, έχετε υπογράψει σημαντικές δουλειές, τόσο στο θέατρο, όσο και στον κινηματογράφο. Ποιές από αυτές θα ξεχωρίζατε;

Μετά από τριάντα χρόνια στον Κινηματογράφο και στο Θέατρο,  κι έχοντας  δουλέψει περισσότερο στον Κινηματογράφο, θα έλεγα ότι όλες οι δουλειές είχαν μεγάλο ενδιαφέρον και ότι υπήρξα τυχερή γιατί συνεργάστηκα με πολλούς διαφορετικούς και σπουδαίους σκηνοθέτες. Συναισθηματικά, όμως, θα ξεχώριζα τις πρώτες μου δουλειές, τόσο στον Κινηματογράφο όσο και στο Θέατρο: Τα “Πέτρινα Χρόνια” του Παντελή Βούλγαρη το 1986 και την “Κλυταιμνήστρα” του Ανδρέα Στάικου σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου το 1987.

 Σανίδι ή μεγάλη οθόνη; Έχετε κάποια προσωπική αδυναμία σαν επαγγελματίας;

Οι  καλύτερες χρονιές για μένα ήταν αυτές κατά τις οποίες μετά από μια ταινία είχα να κάνω μια θεατρική παράσταση και το αντίστροφο. Πρόκειται για δύο διαφορετικούς κόσμους, που απαιτούν και διαφορετική προσέγγιση από πλευράς μου, τόσο στο στάδιο της προετοιμασίας, όσο και μετέπειτα, κατά το ανέβασμα της θεατρικής παράστασης ή το γύρισμα της ταινίας αντίστοιχα.

Από πού αντλείτε έμπνευση για να αντεπεξέλθετε με ευρηματικότητα στην πρόκληση μιας νέας δουλειάς;

Από το ίδιο το σενάριο της ταινίας ή το θεατρικό, καθώς και από τις συζητήσεις με το σκηνοθέτη. Αυτά θέτουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργούν τόσο η λογική αντιμετώπιση, όσο και, κυρίως το ένστικτο, καθώς δε μπορώ να εξηγήσω γιατί δημιουργούνται στο μυαλό μου οι εικόνες αυτές και όχι άλλες.

Υπάρχουν περιθώρια για πειραματισμό στη σκηνογραφική και ενδυματολογική προσέγγιση μιας παράστασης;

Πάντα υπάρχουν. Εξαρτάται από το έργο και με πόση ελευθερία αποφασίζουμε με τον σκηνοθέτη να το αντιμετωπίσουμε ερμηνευτικά και αισθητικά.

 Με ποιους άλλους συντελεστές του θεάτρου συνεργάζεστε όταν δουλεύετε ένα νέο project;

Εκτός από το σκηνοθέτη, που από αυτόν βέβαια ξεκινάνε τα πάντα, με το μουσικό και το φωτιστή. Από τις πρώτες συναντήσεις της ομάδας είναι παρόντες όλοι οι συντελεστές. Αλλά για έναν σκηνογράφο – ενδυματολόγο πολύ μεγάλο ρόλο παίζουν οι κατασκευαστές και οι ζωγράφοι του σκηνικού και αντίστοιχα οι μοδίστρες στα κοστούμια. Μπορεί να έχει κανείς καταπληκτικές ιδέες και σχέδια στο χαρτί, αν όμως αυτοί οι άνθρωποι δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους δεν γίνεται τίποτα.

«Ίχνη του εφήμερου». Πώς προέκυψε η ιδέα για τη μόνιμη έκθεση κοστουμιών που φιλοξενείται στο Φουαγιέ του Βασιλικού Θεάτρου;
Ήταν ιδέα και επιθυμία του κ. Αναστασάκη σχεδόν από τότε που ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση του ΚΘΒΕ. Μου είπε την ιδέα του, με ενδιέφερε και μένα να ασχοληθώ με τα κοστούμια και τους ενδυματολόγους που έχουν περάσει από το ΚΘΒΕ και έτσι έγινε τον Οκτώβρη του’16 η έκθεση στο Αλατζά Ιμαρέτ με τίτλο «55 χρόνια ΚΘΒΕ – Στιγμές δημιουργίαςστο χρόνο». Στη συνέχεια ήρθε η ιδέα μιας πιο μόνιμης παρουσίασης και έτσι προέκυψε η έκθεση στο Βασιλικό Θέατρο.Από το 2005 διδάσκετε στη Σχολή Κινηματογράφου της Σχολής Καλών
Τεχνών.

Ως ακαδημαϊκός τι θα συμβουλεύατε τους νέους που ονειρεύονται μια καριέρα στον κλάδο;
Δεν μου αρέσει καθόλου να δίνω συμβουλές. Θεωρώ ότι είναι προσωπικός δρόμος. Σε όσους όμως ακολουθήσουν αυτόν τον «δρόμο» θα έλεγα καλύτερα, παρά «καριέρα», να το κάνουν αν αγαπούν αυτή τη δουλειά και να
πιστεύουν στον εαυτό τους.

Συνέντευξη στην Μαρία Παντελίδου